Σχόλια τύπου-ιστολογίων-blogs

Liberal.gr  Κυριακή 21.6.2020
Γαβριήλ Σερέτης 

«Αν δεν πιστεύεις στα θαύματα, τότε δεν είσαι ρεαλιστής», είχε πει κάποτε ο Μπεν Γκουριόν, ο άνθρωπος που, το 1948, ανακήρυξε την ίδρυση του Ισραήλ, όντας και ο πρώτος πρωθυπουργός του νεοσύστατου κράτους.

Εβδομήντα δύο χρόνια από τότε, οι Ισραηλινοί, με οδηγό τον ρεαλισμό, συνεχίζουν να εκπλήσσουν, κάνοντας σύγχρονα «θαύματα». Μια χώρα με έκταση περίπου όσο η Πελοπόννησος, με σχεδόν μηδενικό φυσικό πλούτο, σε μια εξαιρετικά προβληματική περιοχή, όχι μόνο εξαιτίας των κλιματολογικών συνθηκών, έχοντας περάσει από κύματα ανάλογα με τα βιβλικά, θεωρείται η τρίτη σταθερότερη οικονομία του κόσμου και μία από τις χώρες σηματωρούς παγκοσμίως στην καινοτομία, στην έρευνα και την τεχνολογία.

Πώς όμως αυτή η μικρή χώρα έφτασε σε αυτό το σημείο; Αν κανείς δεν καταφύγει σε θεωρίες συνωμοσίας και τους γνωστούς στερεοτυπικούς αφορισμούς, ποια μαθήματα μπορεί να αντληθούν από το παράδειγμα της χώρας που μετέτρεψε την έρημο σε startup nation; Το «πείραμα» παρουσιάζει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν λάβει κανείς υπ' όψιν ότι πριν από τη σημερινή άνοιξη το εβραϊκό κράτος πέρασε μέσα από μια τεράστια οικονομική κρίση, η οποία ταρακούνησε όλο το οικοδόμημα.

Το Ισραήλ κατάφερε να κάνει τη διαφορά επενδύοντας, εκτός από την ασφάλεια, στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στη βιομηχανοποίηση -στην εξελικτική της διάσταση- και τους θεσμούς. Παρά το γεγονός ότι (ή μήπως εξαιτίας αυτού;) πρόκειται για μια χώρα χωρίς επίσημο Σύνταγμα και με μόνο έντεκα Βασικούς Νόμους για τη δομή του κράτους, τους θεσμούς και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών. Δίπλα σε αυτά, όμως, όποιος θελήσει να προσεγγίσει το «σύγχρονο θαύμα» του Ισραήλ, πρέπει να συνυπολογίσει την απίστευτη θέληση και την αδιάλειπτη πίστη του λαού και της ηγεσία του στον αγώνα της επιβίωσης, στην πειθαρχία και την έμφαση στην (εφαρμόσιμη) παιδεία. Φυσικά, γεωπολιτικούς λόγους, αλλά και μια βαθιά κουλτούρα σε θέματα επιχειρηματικότητας. Την ευελιξία και την προσαρμοστικότητα που αναγνωρίζονται ως πρωτογενείς παράγοντες στις (επιχειρηματικές) επιδόσεις.

«Διπλή Οικονομία»
Η δημιουργικότητα, η ευελιξία και ο υψηλός βαθμός ανταπόκρισης στα μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα αποτελούν το «καύσιμο» της καινοτομίας και τον καταλύτη της ευημερίας στην παγκοσμιοποιημένη αγορά (η ικανότητα του Ισραήλ να μεταφράζει γρήγορα τις απαιτήσεις της αγοράς σε οργανωτικές ενέργειες αντανακλάται στην τρίτη θέση παγκοσμίως στον σχετικό παγκόσμιο δείκτη ευελιξίας).

Ομως, αυτό από μόνο του δεν θα αρκούσε αν δεν συνοδευόταν από δομικές μεταρρυθμίσεις. Οπως αυτές που ξεκίνησαν στη χώρα μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση που οδήγησε στην κατάρρευση του παλαιού μοντέλου. Μεταρρυθμίσεις που εκκίνησαν από τη δεκαετία του 1980-1990 και απέφεραν καρπούς σταδιακά.

Οπως, το άνοιγμα των αγορών, οι ιδιωτικοποιήσεις, κυρίως εταιρειών οι οποίες ανήκαν στο πολύπλοκο σύστημα των ισραηλινών συνδικάτων (Histadrut) και οι αλλαγές στο σύστημα των αγροτικών κοινοτήτων (Kibbutzim). Πάνω απ’ όλα, όμως, το πέρασμα από τις βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις έντασης εργασίας, στις hi-tech εταιρείες. Το οποίο, με τη σειρά του, οδήγησε σε αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «διπλή οικονομία», δηλαδή, η οικονομία που χαρακτηρίζεται από υψηλή παραγωγικότητα και ανάλογους μισθούς στους τομείς της υψηλής τεχνολογίας και χαμηλή παραγωγικότητα και μικρότερους μισθούς στους παραδοσιακούς κλάδους και υπηρεσίες. Ενδεικτικά, μόνο την τετραετία 2014- 2018, οι μισθοί των στελεχών σε εταιρείες υψηλής τεχνολογίας αυξήθηκαν κατά 16%. Ενώ, μέσα σε ένα χρόνο, ιδρύθηκαν 458 νέες startups, που ήρθαν να προστεθούν στις περίπου 4.500 που παραμένουν ενεργές και ανθούσες. Την ώρα που ο αριθμός των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας («πατέντες») ανά κάτοικο είναι ο υψηλότερος στις χώρες του ΟΟΣΑ.

Τεχνολογία αιχμής
Οι επενδύσεις στην καινοτομία και τις τεχνολογίες αιχμής -περίπου το 5% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος, το υψηλότερο στις χώρες του ΟΟΣΑ και μόνο 0,1% «πίσω» από την Κορέα παγκοσμίως- η αλλαγή στην ουσία του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, στηρίχθηκαν στις έδρες ενός δημιουργικού τριγώνου: του κράτους, το οποίο μεταξύ άλλων έδωσε φορολογικά κίνητρα και έκανε πράξη τη δέσμευση ότι για κάθε δολάριο που επενδύει κάποιος στην υψηλή τεχνολογία, το ίδιο θα έβαζε άλλο ένα, και των συνεργειών ανάμεσα στο εκπαιδευτικό σύστημα και τη νέα επιχειρηματικότητα.

Γιατί αυτό κάνει τα ισραηλινά πανεπιστήμια να ξεχωρίζουν: η σύνδεση της εφαρμοσμένης έρευνας με την αγορά. Τόσο σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Δείκτη Καινοτομίας όσο και με τον Παγκόσμιο Δείκτη Ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum, το Ισραήλ κατατάσσεται στην 3η θέση ως προς τη συνεργασία πανεπιστημίων - επιχειρηματικού τομέα σε θέματα έρευνας και ανάπτυξης. Και είναι τα ίδια τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που έχουν ιδρύσει εταιρείες μεταφοράς τεχνολογίας, είναι αυτά που επιτρέπουν την εμπορευματοποίηση -χωρίς εισαγωγικά- του ερευνητικού προϊόντος.

Το «πάντρεμα» αυτό, σε απόλυτη σύνδεση βεβαίως και με την αμυντική βιομηχανία της χώρας, εδώ και χρόνια, πέρα από τις πωλήσεις αξίας δισ. σε ολόκληρο τον κόσμο, αποφέρει ευρύτερες υπεραξίες. Αλλά, το κυριότερο, ανατροφοδοτεί τον «ενάρετο κύκλο», καθώς ένα μέρος των κερδών επιστρέφει στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, που με τη σειρά τους αναχρηματοδοτούν, μόνα τους πλέον, την έρευνα και τη λειτουργία τους, σε στενή συνεργασία με τις επιχειρήσεις.

Στην κορυφή
Οι… ξεροκέφαλοι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Οπως αποδεικνύουν τα στοιχεία του Startup Blink Global Ecosystem Report για το 2020, που χαρτογραφεί και αξιολογεί τα startups οικοσυστήματα 1.000 πόλεων σε 100 χώρες, το Ισραήλ συνεχίζει να ανήκει στους Big 4 του κόσμου, μαζί με τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά, τον οποίο έχει προσπεράσει! Με τους συντάκτες της σχετικής έκθεσης να αναγνωρίζουν, όπως και οι ίδιοι οι Ισραηλινοί, ότι «ο μεγαλύτερος startup επιταχυντής στον κόσμο δεν είναι άλλος από τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας».

Το Τελ Αβίβ κονταροχτυπιέται ψηφιακά με το Πεκίνο, σε επίπεδο πόλεων. Η Ιερουσαλήμ και η Χάιφα, επίσης ανεβαίνουν ραγδαία στην αντίστοιχη παγκόσμια κατάταξη. Αλλά και άλλες μικρότερες πληθυσμιακά πόλεις μπαίνουν στον τεχνολογικό χορό, αυξάνοντας τα φορολογικά κίνητρα και μειώνοντας τα κόστη για τις επιχειρήσεις. Υπάρχουν δεκάδες τομείς στους οποίους το Ισραήλ πρωταγωνιστεί, όπως τα οχήματα με αυτόνομη οδήγηση (Mobileye, Waze), η διαφήμιση (Taboola), οι υπηρεσίες (Fiverr) και φυσικά η κυβερνοασφάλεια. Μάλιστα, η Mobileye, αποτελεί «πνευματικό παιδί» του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ και εξαγοράστηκε από την Intel προς 15,3 δισ. δολάρια. ֍

https://www.liberal.gr/apopsi/israil-i-chora-pou-pistepse-se-ena-oneiro/308583

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Καθημερινή Πέμπτη 21.05.2020
ΝΤΟΡΑ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ*
RΑΜ AVIRAM**

Το 2019, περισσότεροι από 700.000 Ισραηλινοί επισκέφθηκαν την Ελλάδα. Έτρωγαν σε ταβέρνες της Πελοποννήσου, έκαναν πεζοπορία στην Ήπειρο, τραγουδούσαν στα μπουζούκια στην Αθήνα, αγόραζαν καλοκαιρινά σπίτια στην Κρήτη και στη Λευκάδα ή συναντιόνταν με Έλληνες εμπορικούς συνεργάτες. Οι ελληνικές και ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις πραγματοποιούσαν κοινές ασκήσεις. Όλα αυτά συνέβαιναν στο πιο φιλικό κλίμα, το οποίο όμως δεν ήταν ανέκαθεν δεδομένο.

Στις 21 Μαΐου 1990, ο αείμνηστος Έλληνας πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αναγνώρισε de jure το κράτος του Ισραήλ, αναβαθμίζοντας σε πλήρεις τις διπλωματικές σχέσεις των δύο κρατών. Μάλιστα, στην προεκλογική του εκστρατεία είχε ανακοινώσει ότι πρώτη του πράξη ως πρωθυπουργός θα ήταν να υπογράψει την αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ, όπως και έκανε, βάζοντας συμβολικά τέλος σε περίπου «τέσσερις δεκαετίες χαμένου χρόνου» στις σχέσεις των δύο αρχαίων εθνών.

«Όσο προφανής και να φαίνεται σήμερα η απόφαση να αναγνωριστεί το Ισραήλ, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε καθόλου πριν από 28 χρόνια, καθώς η ελληνική κοινή γνώμη ήταν τρομερά φιλοαραβική και αντιισραηλινή», δήλωσε ο νυν πρωθυπουργός της Ελλάδας Κυριάκος Μητσοτάκης σε ομιλία του το 2018 στο παγκόσμιο φόρουμ του American Jewish Committee. 

Η ελληνική πολιτική προς το Ισραήλ μέχρι εκείνη την ιστορική απόφαση καθοριζόταν από μια αντίληψη μηδενικού αθροίσματος. Η Ελλάδα χρειαζόταν την υποστήριξη του αραβικού κόσμου τόσο στο Κυπριακό όσο και στη διασφάλιση παροχής πετρελαίου. Αυτές οι προτεραιότητες καθιστούσαν αναγκαιότητα τις ψυχρές σχέσεις με το Ισραήλ. Τη δεκαετία του ’80 υπήρξε ένθερμη δημόσια στήριξη προς τον παλαιστινιακό αγώνα, παρότι στη συνέχεια άρχισε να φθίνει. 

Στη δεκαετία του ’90, η έναρξη της αραβοϊσραηλινής ειρηνευτικής διαδικασίας αλλάζει τη θέση του Ισραήλ στον κόσμο και παράλληλα καθιερώνεται η προοπτική της Τουρκίας ως στρατηγικού εταίρου του Ισραήλ. Επρεπε να περάσει ακόμη μία δεκαετία μέχρι Ιερουσαλήμ και Αθήνα να αντιληφθούν ότι δεν ισχύουν οι κανόνες του μηδενικού αθροίσματος.

Με την ανάληψη των καθηκόντων του ως πρέσβη του Ισραήλ στην Ελλάδα, ο Ραμ Αβιράμ πίστευε ότι η προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 συνιστούσε ευκαιρία χάραξης κοινής πορείας, που θα οδηγούσε τις δύο χώρες σε στρατηγική συμμαχία. Το Ισραήλ γίνεται μέρος μιας μικρής ομάδας χωρών που παρείχε βοήθεια στην Ελλάδα στην αντιτρομοκρατική πολιτική ασφάλειας των Αγώνων. Αργότερα, το 2005, πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίσκεψη Έλληνα υπουργού Άμυνας στο Ισραήλ. Όμως, στην ισραηλινή πλευρά υπήρχε διστακτικότητα για την προώθηση των σχέσεων με την Αθήνα, καθώς υφίστατο ακόμη η ελπίδα να μην πληγούν οι στρατηγικές αμυντικές σχέσεις Ισραήλ - Τουρκίας. Το 2006, όταν ανέλαβε ΥΠΕΞ η Ντόρα Μπακογιάννη, η νομιμοποίηση του Ισραήλ ενισχύθηκε σημαντικά με την πρώτη επίσκεψη προέδρου του Ισραήλ στην Ελλάδα.

Το ελληνικό ΥΠΕΞ υπό την ηγεσία της κ. Μπακογιάννη ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στην προσπάθεια επίλυσης της αραβοϊσραηλινής διένεξης, με στοχευμένες ενέργειες, όπως η συμμετοχή για πρώτη φορά της Ελλάδας στη διάσκεψη της Annapolis των ΗΠΑ. Επιπροσθέτως, κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, υπήρξε προσπάθεια συζήτησης των θεμάτων που βρίσκονται στην καρδιά της αραβοϊσραηλινής διένεξης.

Εκείνη την περίοδο, εξαιτίας των καλών ελληνοαραβικών σχέσεων σε συνδυασμό με τις αναβαθμισμένες καλές σχέσεις με το Ισραήλ, η Ελλάδα αναδύθηκε ως πιθανός έντιμος διαμεσολαβητής στην περιοχή. Η περίοδος χαρακτηρίστηκε επίσης από έντονη προσπάθεια διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων να εξαλείψουν τις δημόσιες εκφάνσεις αντισημιτισμού. Στην Ελλάδα καθιερώθηκε Εθνική Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος. Η πρώτη δεκαετία του 2000 χαρακτηρίζεται από δύο γεγονότα καθοριστικής σημασίας για την πορεία των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων: Η αντιισραηλινή πολιτική έγινε πυλώνας της πολιτικής του Τούρκου προέδρου, ενώ το Ισραήλ, η Κύπρος και η Ελλάδα ανακάλυψαν στρατηγικά κοιτάσματα φυσικού αερίου στη Μεσόγειο και ανέπτυξαν τρόπους συνεργασίας για τη μεταφορά τους στην Ευρώπη. Τώρα τα πράγματα γίνονται ώριμα για μια αλλαγή στάσης στην ισραηλινή πλευρά, ανοίγοντας δρόμο για πλήρη άνθηση των σχέσεων. 

Από το 2010 σφυρηλατείται η συμμαχία Ελλάδας - Ισραήλ σε κάθε τομέα, βασιζόμενη σε μια βαθιά αναγνώριση κοινών συμφερόντων και δημοκρατικών αξιών. Υπάρχει τακτική επικοινωνία μεταξύ των δύο πρωθυπουργών, ενώ αναπτύσσεται εποικοδομητική συνεργασία μεταξύ των ισραηλινών και των ελληνικών αμυντικών βιομηχανιών. Στην εσωτερική ελληνική πολιτική σκηνή υπάρχει πλέον πολυκομματική υποστήριξη για τη σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ, που περιλαμβάνει και κόμματα της Αριστεράς, τα οποία αναγνωρίζουν την αξία των καλών σχέσεων με το Ισραήλ σε μια εποχή παγκόσμιων και περιφερειακών προκλήσεων.

Σε τριμερές επίπεδο, πραγματοποιούνται τακτικά σύνοδοι κορυφής μεταξύ Ισραήλ - Ελλάδας - Κύπρου, με στρατηγική συνεργασία σε όλα τα επίπεδα, από τους πρωθυπουργούς μέχρι τις Ενοπλες Δυνάμεις, για να διασφαλιστούν κοινά συμφέροντα σε τομείς όπως η ενέργεια, το περιβάλλον, ο πολιτισμός, η ασφάλεια κ.ά. Η εμβάθυνση των διμερών σχέσεων Ελλάδας - Ισραήλ συνιστά άμεση προτεραιότητα στη μετά κορωνοϊό εποχή. Φαίνεται ότι το Ισραήλ έχει ανακαλύψει το στρατηγικό του βάθος κοιτώντας προς το Αιγαίο και η Ελλάδα βρήκε έναν αξιόπιστο εταίρο σε βάθος χρόνου σε μια ταραγμένη περιοχή. Αυτό που ξεκίνησε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης πριν από τριάντα χρόνια αποδίδει καρπούς. Σημείωση Ζαν Κοέν. Συνδεθείτε με το παρακάτω σύνδεσμο να διαβάσετε τα διάφορα σχόλια που είναι πολύ ενδιαφέροντα.

* Πρώην υπουργός Εξωτερικών
 της Ελλάδας.
** Πρώην πρέσβης του Ισραήλ
 στην Ελλάδα.

Σημείωση Ζαν Κοέν. Συνδεθείτε με το παρακάτω σύνδεσμο να διαβάσετε τα διάφορα σχόλια που είναι πολύ ενδιαφέροντα. 

https://www.kathimerini.gr/1079227/opinion/epikairothta/politikh/h-ekplhktikh-dynamikh-twn-sxesewn-elladas---israhl

 

 

 

Καθημερινή Κυριακή 7.2.2016
Σταύρος Ζουμπουλάκης

Η ​​ελληνική έκδοση, που δεν ταυτίζεται πλήρως με τη γαλλική, των «Απομνημονευμάτων» της Μπεάτε και του Σερζ Κλάρσφελντ (μτφρ. Καρίνα Λάμψα, εκδ. Καπόν, Δεκέμβριος 2015) και η επίσκεψή τους στην Ελλάδα για την παρουσίαση του βιβλίου είναι καλή αφορμή για να συζητήσουμε μια οδυνηρή υπόθεση, που όλα γύρω μάς ωθούν να ξεχάσουμε. Το γαλλογερμανικό τούτο ζευγάρι ακτιβιστών το προόρισε, θαρρείς, η ιστορία και η τύχη να αφιερώσει τη ζωή του στη δίωξη των φυγόδικων εγκληματιών ναζί: συναντιούνται τυχαία σε μια αποβάθρα του παρισινού μετρό, τη μέρα της απαγωγής του Αϊχμαν από τους Ισραηλινούς. Ο πατέρας του Σερζ, Εβραίος της Ρουμανίας, είχε δολοφονηθεί στο Αουσβιτς, ενώ ο πατέρας της Μπεάτε υπηρέτησε ως απλός στρατιώτης της Βέρμαχτ.

Η στάση της μεταπολεμικής Γερμανίας απέναντι στο ναζιστικό παρελθόν της δεν είναι μία και ενιαία, έχει φάσεις, παρουσιάζει αλλαγές και διαφοροποιήσεις. Ενα πάντως είναι βέβαιο: έπειτα από τις δίκες κάποιων ηχηρών ναζιστικών ονομάτων θα ακολουθήσει ευθύς μετά, κατά τη δεκαετία του ’50, η ενσωμάτωση των εγκληματιών ναζί στην πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ζωή της Γερμανίας. Εχει άλλωστε ξεκινήσει ο Ψυχρός Πόλεμος που αναδιαμορφώνει τα πολιτικά διακυβεύματα σε όλο τον κόσμο, ορίζει νέους συμμάχους και νέους εχθρούς. Η Δυτική Γερμανία είναι απαραίτητη στο ένα στρατόπεδο και η Ανατολική στο άλλο.

Ο Ψυχρός Πόλεμος είναι αυτός που θα προσφέρει στη Γερμανία το συγχωροχάρτι για τα εγκλήματα του ναζισμού.

Η ομαλή ενσωμάτωση των ναζί στη γερμανική κοινωνία είναι τόση, που το 1966 γίνεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Γερμανίας ένα υψηλό στέλεχος του ναζιστικού καθεστώτος, ο Κουρτ Γκέοργκ Κίζινγκερ. Ο εν λόγω, μέλος του Ναζιστικού Κόμματος από την 1η Μαΐου 1933, ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ του Ρίμπεντροπ και του Γκαίμπελς. Ας σημειωθεί ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις είχαν στείλει φυλακή τον Κίζινγκερ για 17 μήνες. Μόλις άρχισε ο Ψυχρός Πόλεμος αποφυλακίστηκε.

Εχουμε συνήθως την εντύπωση ότι οι ναζί εγκληματίες έζησαν μεταπολεμικά κρυμμένοι σε διάφορες χώρες, μεταμφιεσμένοι, με αλλαγμένα ονόματα. Η εντύπωση αυτή ισχύει για μικρό αριθμό εγκληματιών. Οι περισσότεροι ζούσαν κανονικά, ήρεμα, με τα πραγματικά τους ονόματα, όπως ο Κουρτ Λίσκα και ο Χέρμπερτ Χάγκεν. Οταν η Μπεάτε Κλάρσφελντ θέλει να βρει τον Λίσκα –δηλαδή την παρισινή Γκεστάπο αυτοπροσώπως– κάνει την απλούστερη κίνηση στον κόσμο: τηλεφωνεί στην υπηρεσία πληροφοριών του γερμανικού ΟΤΕ και πληροφορείται αμέσως το τηλέφωνο και τη διεύθυνσή του στην Κολωνία. Η αναζήτηση, θέλω να πω, των εγκληματιών ναζί –με εξαίρεση τον Αϊχμαν– δεν είναι υπόθεση κατασκοπείας, μυστικών υπηρεσιών, ανθρωποκυνηγητού γκανγκστερικού τύπου, αλλά υπόθεση αρχειακής έρευνας και συγκρότησης φακέλων – και πρωτίστως βούλησης. Η βούληση αυτή, που έλειψε στη Γερμανία των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, θα εκφραστεί, καθυστερημένα αλλά αποφασιστικά, κυρίως από τη γενιά του 1968.

Αυτή η βούληση ακριβώς είναι ό,τι έλειψε και στην Ελλάδα, η οποία παρουσιάζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά εξόντωσης των Εβραίων σε όλη την Ευρώπη (97% και 98% σε ορισμένες πόλεις) και ταυτόχρονα το χαμηλότερο, μηδενικό ουσιαστικά, στη δικαστική δίωξη όσων διέπραξαν το έγκλημα ή συνέπραξαν σε αυτό.

Τούτη η διπλή, θλιβερή πρωτιά οφείλεται, κατά το πρώτο σκέλος της, στο γεγονός απλούστατα ότι η κοινωνία δεν προστάτεψε τους Εβραίους πολίτες της τη δύσκολη ώρα, και, κατά το δεύτερο, στο ότι, αντίθετα από όλες τις άλλες χώρες της Ευρώπης, το ιδεολογικό και πολιτικό θεμέλιο του μεταπολεμικού κράτους δεν ήταν η Αντίσταση αλλά η νίκη κατά του κομμουνισμού στον Εμφύλιο. Το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος ήταν συνολικά στραμμένο στη δίωξη των κομμουνιστών και των συνοδοιπόρων και όχι των ναζί εγκληματιών και των Ελλήνων συνεργατών τους. Οι τελευταίοι άλλωστε συμμετείχαν στη συμμαχία των δυνάμεων που νίκησε στον Εμφύλιο και άρα στη μεταπολεμική πολιτική εξουσία. Οι δωσίλογοι στην Ελλάδα δεν έμειναν απλώς, στη συντριπτική πλειονότητά τους, ατιμώρητοι, αλλά έγιναν βουλευτές και υπουργοί.

Η απροθυμία των μεταπολεμικών ελληνικών κυβερνήσεων να δικάσουν τους ναζί εγκληματίες και τους συνεργάτες τους φάνηκε ταπεινωτικά στη δίκη του Μαξ Μέρτεν, υπεύθυνου για την εξολόθρευση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, που έγινε στην Αθήνα στις αρχές του 1959, και η οποία κατέληξε, επί κυβερνήσεως Κων. Καραμανλή και υπό την εκβιαστική πίεση της γερμανικής κυβέρνησης, σε νομοθετικές ρυθμίσεις που αμνήστευαν τα εγκλήματα πολέμου ακόμη και όσων εξέτιαν ποινή –δηλαδή του Μέρτεν, που είχε εν τω μεταξύ καταδικαστεί– και ανέστελλαν κάθε δίωξη εγκλημάτων πολέμου Γερμανών υπηκόων. Οι Γερμανοί ναζί και οι Ελληνες συνεργάτες τους δεν δικάστηκαν για την εξολόθρευση των Εβραίων ούτε στη Γερμανία ούτε στην Ελλάδα.

Αν σήμερα είναι αργά για δίκες, αφού οι περισσότεροι εγκληματίες έχουν πεθάνει, δεν είναι ωστόσο αργά για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματός τους, για τη συγκρότηση των φακέλων τους. Παρά το γεγονός ότι τα αρχεία του Εθνικού Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου πολτοποιήθηκαν το 1975, επί κυβερνήσεως ξανά Κων. Καραμανλή, και παρά τη δαμόκλειο σπάθη του νόμου περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, η ιστοριοδιφική αυτή έρευνα είναι δυνατή και αναγκαία. Θα αποκαλύψει οδυνηρές πτυχές των τοπικών ελληνικών κοινωνιών, αλλά θα μάθουμε καλύτερα και ποιοι πραγματικά είμαστε. Είναι χρέος αλήθειας και δικαιοσύνης.

http://www.kathimerini.gr/848130/article/epikairothta/kosmos/oi-dikes-gia-thn-e3ontwsh-twn-ellhnwn-evraiwn

Analystforchange Τρίτη 18.12.2018
Διονύση Χαριτόπουλου  

Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.

Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.

Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε. Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:

Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,
ρίξε μια γλυκιά πενιά,
σαν γεμίσω το κεφάλι,
γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.
(Τσέτσης)

Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι’ αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.
Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.

Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:
Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα
του θανάτου η καμπάνα και για μένα.
(Τσιτσάνης)

Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.
(Βαμβακάρης)

Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα.

Είναι χορός μοναχικός. Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι’ αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.

Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός. Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι’ αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί. Και στο μάτι δεν κολλάει.
Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ’ άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά. (Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πουτάνα σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ’ όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.)

Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι’ αυτό χορεύουν εξώστρεφια, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.

Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.
Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν’ ανοίξει η γη να μπει». Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει. Πότε μ’ ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.

Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει. Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες. Μπορεί και να γίνει έτσι. Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο.
Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.
———
* Ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός. Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης. Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό, «μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».

 Άρθρο του Διονύση Χαριτόπουλου στην εφημερίδα Τα Νέα, 14/9/2002. 

https://www.analystsforchange.org/2018/12/blog-post_712.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+analystsforchange/zFQj+(%CE%91nalysts+for+Change)

«Δεν είμαι σιωνιστής, αλλά καταλαβαίνω γιατί ο σιωνισμός ήταν απαιραίτητος. Δεν πηγαίνω στη συναγωγή, αλλά καταλαβαίνω γιατί ορισμένοι Εβραίοι πηγαίνουν. Είμαι Εβραίος μέσα από αυτά που πιστεύω και λέω, μέσα από τον τρόπο με τον οποίο συζητώ, θυμάμαι και κάνω αστεία».

Ετσι μου απαντά ο Χάουαρντ Τζέικομπσον όταν τον ρωτάω τι σόι Εβραίος είναι. Κι αν δεν δίνετε πεντάρα για τη σχέση του διάσημου Βρετανού συγγραφέα με την εβραϊκή του ταυτότητα, θα αλλάξετε γνώμη αν διαβάσετε το τελευταίο του μυθιστόρημα, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ψυχογιός».

Η «Περίπτωση Φίνκλερ», ανατρέποντας όλα τα προγνωστικά, κέρδισε πέρυσι το περιζήτητο βραβείο Booker, κάνοντας, είμαι σίγουρη, την κριτική επιτροπή να γελάσει μέχρι δακρύων αλλά και να συγκινηθεί με την ιστορία ενός βέρου Βρετανού, του μίζερου, loser και με τάση προς το μελόδραμα Τζούλιαν Τσέσλαβ, που θα έδινε και τη ζωή του για να γίνει Εβραίος.

Μια κωμωδία για τα ελαττώματα της φυλής του μέσα από τα μάτια ενός ξένου δεν θα αρκούσε, όμως, στον αιχμηρό και τολμηρό πολιτικά Τζέικομπσον. Ούτε μια ακόμα απόδειξη του απαράμιλλου λογοτεχνικού του ύφους (άθλος η μετάφραση του Γιώργου-Ικαρου Μπαμπασάκη). Το μυθιστόρημά του κάνει φύλλο και φτερό τις σύγχρονες προκαταλήψεις για τους Εβραίους, αυτές που δήθεν έχουμε ξεπεράσει. Και μη φοβάστε, δεν καλλιεργεί τις ενοχές μας, ούτε σηκώνει επιτιμητικά το δάχτυλο. Ο μεγαλύτερος εχθρός, άλλωστε, των Εβραίων στο βιβλίο του είναι ένας... Εβραίος.

- Είχατε πει ότι τα κωμικά μυθιστορήματα δεν κερδίζουν ποτέ το Μπούκερ. Μήπως αλλάξατε γνώμη;

«Ο χρόνος θα δείξει αν η νίκη μου αλλάξει τη λογοτεχνική αξία της κωμωδίας. Πιστεύω ότι η κωμωδία θα είναι πάντοτε προβληματική γιατί διχάζει (και οφείλει να διχάζει) και γιατί, σε αντίθεση με την τραγωδία, προσβάλλει και αναστατώνει. Από τη στιγμή που για να κερδίσεις ένα βραβείο πρέπει να ευχαριστήσεις την επιτροπή, οι πιθανότητές σου να το καταφέρεις με μια κωμωδία είναι ελάχιστες. Ισως και να μην πρέπει η κωμωδία να κερδίζει βραβεία, αν θέλει να είναι τίμια με τον εαυτό της. Είμαι, όμως, ενθουσιασμένος που πήρα το Μπούκερ. Αλλωστε, πολλοί κριτικοί είπαν ότι το βιβλίο μου δεν είναι κωμωδία. Κι εγώ ολοένα και περισσότερο το περιγράφω σαν μια τραγωδία που σε κάνει να γελάς».

- Νιώσατε ποτέ αουτσάιντερ, αποκλεισμένος από τη «σοβαρή» αγγλική λογοτεχνία;

«Πάντα ένιωθα αουτσάιντερ. Ηταν για μένα συνώνυμο του μυθιστοριογράφου. Αλλά αυτοί που προωθούν τη "σοβαρή" λογοτεχνία είναι ένα πρόβλημα. Ο Ραμπελέ τούς έλεγε "agelastes" -δηλαδή ανθρώπους που δεν μπορούν να γελάσουν ή αρνούνται από άποψη να γελάσουν. Πιστεύω ότι η άρνηση του γέλιου δείχνει μια βαθιά έλλειψη σοβαρότητας».

- Πώς θα ορίζατε ένα κωμικό βιβλίο;

«Δεν μπορώ και δεν θέλω να "ορίσω" την κωμωδία. Αλλά την αναγνωρίζουμε, και όχι αναγκαστικά γιατί μας κάνει να γελάμε. Κάποιες φορές εμφανίζεται με μορφή ευγενική, κάποιες άλλες με μια γλώσσα έντονη και σωματική ή με την ανατροπή αξιών που θεωρούμε ιερές. Οταν, στις πρώτες σελίδες της "Αννας Καρένινα", ο Ομπλόνσκι γυρίζει σπίτι από μια νύχτα με την ερωμένη του, φέρνοντας στη γυναίκα του ένα αχλάδι σαν δώρο ειρήνης, μπορεί να μη γελάσουμε δυνατά, αλλά η αγάπη που τρέφουμε γι' αυτόν έρχεται σε σύγκρουση με τη συμπάθεια που νιώθουμε γι' αυτήν. Οταν δοκιμάζεται η αίσθησή μας για την αξιοπρέπεια και την τιμιότητα, όταν τα σωστά πράγματα γίνονται λιγότερο ελκυστικά από τα λάθος, τότε βρισκόμαστε στο βασίλειο της κωμωδίας».

- Η εμπειρία των Εβραίων της Βρετανίας σπανίως ή ποτέ δεν έφτανε στις λογοτεχνικές σελίδες. Πώς το εξηγείτε;

«Επί πολλά χρόνια πιστεύαμε ότι ο μόνος τρόπος να επιβιώσουμε ήταν να κρατάμε χαμηλά το κεφάλι και να μην τραβάμε την προσοχή. Υπήρχε κι άλλος λόγος: πολλοί Εβραίοι καλλιτέχνες και διανοούμενοι θεωρούσαν την εβραϊκή εμπειρία επαρχιακή και περιοριστική. Αν ήθελες να κατακτήσεις τα ευγενή ύψη της τέχνης, έπρεπε να την αφήσεις πίσω σου. Στο βαθμό που η ζωή των Εβραίων στη Βρετανία υπήρξε κλειστή σε νέες ιδέες, η επιθυμία τους να δραπετεύσουν είναι κατανοητή, αν και λίγο ντροπιαστική. Αλλά όλα αυτά αρχίζουν να αλλάζουν. Το βιβλίο μου είναι ένα σύμπτωμα και, ελπίζω, μοχλός επιτάχυνσης της αλλαγής».

-Αντίθετα, η αμερικανική λογοτεχνία είναι γεμάτη από μεγάλους Εβραίους συγγραφείς (από τον Μπέλοου μέχρι τον Ροθ), που γράφουν για τα προβλήματα που θέτει η εβραϊκότητά τους, συχνά με ιδιαίτερο χιούμορ. Αυτή η πλούσια παράδοση σας ενέπνευσε;

«Οχι στην αρχή της καριέρας μου. Τους ανακάλυψα μόνον όταν άρχισαν να με συγκρίνουν μαζί τους. Τώρα με εμπνέουν· οι ρίζες μου, όμως, είναι αγγλικές. Το δικό μου μεγάλο στοίχημα ήταν να μεταμοσχεύσω τον Εβραίο στον Αγγλο, ένα εγχείρημα που με έβαλε αντιμέτωπο με πολύ περισσότερες δυσκολίες απ' όσες θα συναντούσα αν ήμουν Αμερικανός. Η αμερικανική λογοτεχνία είναι μια εβραϊκή λογοτεχνία. Δεν θέλω να πω ότι οι Αμερικανοεβραίοι συγγραφείς κέρδιζαν εύκολα την επιτυχία, αλλά η αμερικανική κουλτούρα ήταν πιο εύπλαστη. Η αγγλική θα σε δεχτεί αν χτυπήσεις πολύ δυνατά την πόρτα της, αλλά έχει μεγαλύτερη ιστορία και πολύ αυστηρούς κανόνες. Είναι, πάντως, μεγάλη ευχαρίστηση για ένα αουτσάιντερ σαν κι εμένα να προσπαθεί να τους σπάσει, την ίδια ώρα που τους σέβεται».

- Γι' αυτό, λοιπόν, όταν σας αναφέρουν ως τον «Βρετανό Ροθ», απαντάτε: «Θα προτιμούσα να είμαι η Εβραία Τζέιν Οστεν».

«Με κολακεύει να με συγκρίνουν με τον Ροθ -έναν μεγάλο, μεγάλο συγγραφέα- αλλά είναι μια σύγκριση ανακριβής. Στα βιβλία του ακούς την ευρωπαϊκή παράδοση -τον Μπάμπελ, τον Κάφκα. Σε μένα ελπίζω να ακούτε αγγλικές επιρροές -τον Σάμιουελ Τζόνσον, την Τζέιν Οστεν, την Τζορτζ Ελιοτ, τον Ντίκενς».

- Στην «Περίπτωση Φίνκλερ» διαλέξατε να μιλήσετε για τους Εβραίους της Βρετανίας μέσα από τα μάτια ενός εθνικού, που θέλει απελπισμένα να ενστερνιστεί την εβραϊκή κουλτούρα και θρησκεία. Τι συγγραφικό πλεονέκτημα σας πρόσφερε ο Τρέσλαβ;

«Είναι ο δικός μου Βιργίλιος, που οδηγεί σε άγνωστους κόσμους πολλούς μη Εβραίους αναγνώστες. Πότε διαφωτίζει, πότε δημιουργεί παρανοήσεις. Μέσα από την καλοπροαίρετη διάθεσή του απέναντι στους Εβραίους, το μυθιστόρημα έχει τη δυνατότητα να εξερευνήσει επικίνδυνες περιοχές. Η αθωότητά του με διευκολύνει να πω τα ανείπωτα. Υπογραμμίζει, επίσης, σ' ένα μυθιστόρημα για το φόβο του αντισημιτισμού στην Αγγλία, τα καλά αισθήματα που υπάρχουν ακόμα γι' αυτούς».

- Ο Σαμ Φίνκλερ, ο Εβραίος που ντρέπεται που είναι Εβραίος, φαντάζει εντελώς μυθιστορηματικός χαρακτήρας.

«Κανένας χαρακτήρας δεν είναι ποτέ εντελώς μυθιστορηματικός. Πραγματικοί Φίνκλερ μπλέκουν με φανταστικούς για να τον δημιουργήσουν. Υπάρχουν εκεί έξω Εβραίοι που μισούν παθολογικά την καταγωγή τους. Πάντα υπήρχαν. Είναι τόσο εξουθενωτική και απαιτητική η εβραϊκότητα -ο ένας Θεός, οι κοινές συμφορές, η αφοσίωση στις μνήμες- που κάποιοι αισθάνονται ότι μόνο με βίαιο τρόπο μπορούν να ξεφύγουν. Η ύπαρξη του Ισραήλ είναι απλώς το νεότερο πρόσχημα. Η ειρωνεία είναι ότι κάποτε και ο σιωνισμός ήταν μια προσπάθεια να ελαφρώσει τους Εβραίους από τις πιο δυσάρεστες και ηττοπαθείς πλευρές της εβραϊκότητας».

- Πολλοί άνθρωποι σήμερα συγκρίνουν τους Ισραηλινούς με τους ναζί. Ποια είναι η δική σας απάντηση;

«Το ίδιο μου το μυθιστόρημα. Κανείς δεν θα 'πρεπε να αποκαλεί τους Εβραίους ναζί, εκτός κι αν τους μισεί. Είναι μια επιθυμία να τους τιμωρήσεις ταυτίζοντάς τους με την πιο σκληρή εμπειρία τους. Μια νέα τάση, που κερδίζει συνεχώς έδαφος, και είναι χειρότερη και από την άρνηση του Ολοκαυτώματος, είναι να κατηγορείς τους Εβραίους ότι δεν στάθηκαν στο ύψος της δοκιμασίας τους. "Πώς εσείς που ζήσατε το Ολοκαύτωμα", τους ρωτούν, "ασκείτε τέτοια βία πάνω σε άλλους;". Το Ολοκαύτωμα, με άλλα λόγια, γίνεται ένα ηθικό μάθημα, που οι Εβραίοι αρνήθηκαν να πάρουν. Το να μην υποτιμούν το Ολοκαύτωμα δίνει στους υποστηρικτές αυτής της άθλιας άποψης ένα πλεονέκτημα: όσο πιο τρομερό ήταν τόσο πιο ένοχοι είναι οι Εβραίοι, που τίποτα δεν διδάχτηκαν. Με αυτό τον τρόπο πληρώνουν το Ολοκαύτωμα δυο φορές».

- Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι πολλοί Εβραίοι δεν είναι απλώς σύμμαχοι του αγώνα των Παλαιστινίων, αλλά εχθρεύονται την ίδια την ύπαρξη του Ισραήλ;

«Το ότι υπάρχουν Εβραίοι που δεν γνωρίζουν την ιστορία του Ισραήλ ή την αρνούνται και τη μετατρέπουν σε ένα παραμύθι σκληρότητας και απληστίας, εξηγείται. Ηδη σας είπα για την τάση των Εβραίων να αρνούνται την καταγωγή τους. Μαζί με την επιθυμία απόδρασης πηγαίνει και η λαχτάρα να γίνεις αποδεκτός, και άρα να ενστερνιστείς τις πολιτικά "σωστές" απόψεις. Ολοι πρέπει να είναι με το πλευρό των σκληρά δοκιμαζόμενων Παλαιστινίων. Αλλο αυτό και άλλο να θέλεις την εξαφάνιση του Ισραήλ ή να το καταδικάζεις με κάθε ευκαιρία. Ολες οι αναφορές γύρω από αυτή τη σύγκρουση πάσχουν από απλοϊκότητα και συναισθηματικότητα. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να παραδεχτούν ότι όλες οι πλευρές έχουν και δίκιο και άδικο. Οι περισσότεροι που γράφουν ή διαδηλώνουν για το παλαιστινιακό, αγνοούν τα βασικά στοιχεία της Ιστορίας, δεν ξέρουν καν πόσα χρόνια συνεχίζεται, φαντάζονται ότι οι Εβραίοι έπεσαν από τον ουρανό το 1946 και άρπαξαν όσα έφτανε το χέρι τους. Η γνώση είναι δύναμη. Εάν γνωρίζεις πώς έγιναν τα πράγματα, είσαι πιο αμερόληπτος».

- Το 2009, όταν η Κάριλ Τσέρτσιλ έγραψε το μίνι θεατρικό «Επτά Εβραιόπουλα» αντιδρώντας εν θερμώ στην εισβολή των Ισραηλινών στη Γάζα, της επιτεθήκατε. Πού σταματάει, κατά τη γνώμη σας, η κριτική στις πρακτικές του Ισραήλ και πού ξεκινά ο αντισημιτισμός;

«Σε προδίδει η γλώσσα σου. Οταν παρουσιάζεις τους Ισραηλινούς να διψάνε για αίμα μωρών των Παλαιστινίων, πηγαίνεις πέρα από την οποιαδήποτε κριτική του σιωνισμού. Ολο και περισσότερο βλέπουμε αρχαίες προκαταλήψεις για τους Εβραίους να γλιστράνε στην κριτική εναντίον του Ισραήλ. Γλίστρησαν και στο έργο της Κάριλ Τσέρτσιλ, χωρίς -είμαι σίγουρος- να το καταλαβαίνει. Τόσο ύπουλες είναι, κατοικούν στην ίδια μας τη γλώσσα. Η ιδέα της εγκληματικότητας του Ισραήλ είναι πια τόσο διαδεδομένη, που ακόμα και μορφωμένοι συγγραφείς και σχολιαστές αρνούνται να εξετάσουν τα κίνητρα ή τη γλώσσα τους. Πιστεύουν ότι ένα μικρό στραβοπάτημα συγχωρείται, μπροστά στο μεγαλύτερο».

- Στο μυθιστόρημά σας περιγράφετε μια αύξηση των αντισημιτικών επεισοδίων στη Μεγάλη Βρετανία. Φοβάστε ότι θα πάψει να είναι ο παράδεισος που ήταν κάποτε για τους Εβραίους;

«Μόνο ένας ανόητος δεν θα φοβόταν, έστω και λίγο. Κάποτε οι απειλές στους Εβραίους έρχονταν από τη Δεξιά και τον όχλο. Τώρα είναι η Αριστερά αυτή που συχνότερα μιλά απαξιωτικά για τους Εβραίους (αν και το αρνείται) και οι μισομορφωμένοι πανεπιστημιακοί. Θα υπάρξουν άραγε περισσότερες επιθέσεις στους δρόμους την επόμενη φορά που θα εκραγεί η Μέση Ανατολή; Μπορεί. Ή θα πρέπει απλώς να υποστούμε ένα κλίμα πολιτισμένης εχθρότητας; Το κάνουμε ήδη. Η εγκληματικότητα του Ισραήλ νομιμοποίησε μια παράλογη και ανεξέλεγκτη ρητορική του μίσους, στην οποία λέξεις που πληγώνουν τους Εβραίους, ακόμα κι αν δεν είναι ηθελημένα ρατσιστικές, είναι ο κανόνας. Ποιες θα είναι οι συνέπειες; Κανένας δεν ξέρει. Αυτό ακριβώς είναι το θέμα του βιβλίου μου». *

info:Κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά του: «Φάτε τη σκόνη μου» και «Ξεχάστε πια το καλό παιδί» από τις εκδόσεις «Πόλις»

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=269602