Το Κράτος του Ισραήλ ιδρύθηκε το 1948 ως Εβραϊκό Κράτος που αγωνίζεται για την ασφαλή ύπαρξή του από την ιστορία και τη γεωγραφία μέχρι την πολιτική και την οικονομία. Ορίστε ορισμένα γεγονότα σχετικά με το Κράτος του Ισραήλ.

Το Κράτος του Ισραήλ δημιουργήθηκε την 15η Μαΐου του 1948 ως Εβραϊκό κράτος με δημοκρατικό πολίτευμα. Με το πέρασμα του χρόνου έγινε η μία από τις δύο μονάχα δημοκρατίες στην Μέση Ανατολή, με την Τουρκία να είναι η άλλη.

 Τοποθεσία
Το Ισραήλ βρίσκεται στη Μεσή Ανατολή, κατά μήκος της ανατολικής ακτογραμμής της Μεσογείου και συνορεύει με το Λίβανο, τη Συρία, την Ιορδανία και την Αίγυπτο. Βρίσκεται στη διασταύρωση τριών ηπείρων: Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής.

Γεωγραφία
Μακρόστενη σε σχήμα, η χώρα έχει μήκος περίπου 470 χλμ. και 135 χλμ. μέγιστο πλάτος. Παρότι μικρό σε μέγεθος, το Ισραήλ περιλαμβάνει τα ποικίλλα τοπογραφικά χαρακτηριστικά μιας ολόκληρης ηπείρου που κυμαίνονται από δασώδη υψίπεδα και εύφορες πράσινες κοιλάδες μέχρι ορινές ερήμους και απο την παράκτια πεδιάδα ως την ημιτροπική Κοιλάδα του Ιορδάνη και τη Νεκρά Θάλασσα, το χαμηλότερο σημείο της Γης. Σχεδόν η μισή επιφάνεια της χώρας είναι ημιάνυδρη.

Κλίμα
Το κλίμα του Ισραήλ χαρακτηρίζεται απο μεγάλη ηλιοφάνεια, με μια περίοδο βροχοπτώσεων από τον  Νοέμβριο ως τον Απρίλιο. Η συνολική ετήσια βροχόπτωση φτάνει τα 50-70 εκ. στον βορρά και 2,5 εκ. στον νότο. Οι κλιματολογικές συνθήκες διαφέρουν αρκετά: θερμά και υγρά καλοκαίρια με ήπιους υγρούς χειμώνες στην παράκτια πεδιάδα, ξηρά, θερμά καλοκαίρια και ήπιοι χειμώνες με βροχοπτώσεις και σποραδικές χιονοπτώσεις στα υψώματα, θερμά ξηρά καλοκαίρια και ευχάριστοι χειμώνες στην Κοιλάδα του Ιορδάνη και ημίξηρες συνθήκες με ζεστές ημέρες και δροσερές νύχτες στο νότο. 

Χλωρίδα και πανίδα
Η πλούσια ποικιλία του φυτικού και ζωϊκού βασιλείου του Ισραήλ σχετίζεται με τη γεωγραφική θέση του καθώς και την ποικιλία στη μορφολογία του εδάφους του και το κλίμα. Πάνω απο 500 είδη πτηνών, περίπου 200 είδη θηλαστικών και ερπετών και 2.600 είδη φυτών (150 απο τα οποία είναι γηγενή) βρίσκονται μέσα στα σύνορα της χώρας. Πάνω απο 150 βιότοποι και 65 εθνικά πάρκα  με έκταση σχεδόν 1.000 χλμ² έχουν δημιουργηθεί σε όλη τη χώρα.

Υδάτινοι πόροι 
Η λειψυδρία της περιοχής έχει προκαλέσει εντατικές προσπάθειες για τη μεγιστοποίηση της εκμετάλλευσης των διαθέσιμων υδάτινων πόρων και την ανεύρεση νέων πηγών. Στη δεκαετία του 1960, οι πηγές γλυκού νερού στο Ισραήλ συνενώθηκαν σε ένα κεντρικό δίκτυο, τον Εθνικό Φορέα Ύδατος, η κύρια αρτηρία του οποίου μεταφέρει νερό από τον βορρά και το κέντρο της χώρας προς τον ημιάγονο νότο.  Στα έργα για την εκμετάλλευση των νέων πόρων νερού συμπεριλαμβάνονται η τεχνητή βροχή, η ανακύκλωση βοθρολυμάτων και η αφαλάτωση. 

Πληθυσμός
Το Ισραήλ είναι μια χώρα μεταναστών. Από τη δημιουργία του το 1948, ο πληθυσμός του σχεδόν δεκαπλασιάστηκε. Τα 7,4 εκατομμύρια κάτοικοί του δημιουργούν ένα συνοθύλευμα λαών με διαφορετικές εθνικές καταγωγές, τρόπο ζωής, θρησκείες πολιτισμούς και παραδόσεις. Σήμερα οι Εβραίοι αποτελούν το 75,6% του πληθυσμού της χώρας ενώ οι μη Εβραίοι πολίτες, κυρίως Άραβες, αποτελούν το 24,2%.

Κατανομή του πληθυσμού  
Περίπου το 90% των κατοίκων του Ισραήλ ζουν σε 200 αστικά κέντρα, ορισμένα από τα οποία βρίσκονται σε αρχαίους ιστορικούς χώρους. Το 5% είναι μέλη των μοναδικών επαρχιακών κοινοβίων – των κιμπούτς και των μοσάβ.

Κύριες πόλεις
Ιερουσαλήμ – Η πρωτεύουσα του Ισραήλ (747.600 κάτοικοι) ήταν πάντα το επίκεντρο της εθνικής και πνευματικής ζωής του Εβραϊκού λαού απο τότε που ο Βασιλιάς Δαυίδ την κατέστησε πρωτεύουσα του βασιλείου του πριν 3000 χρόνια. Σήμερα, αποτελεί μια ακμάζουσα και δυναμική μητρόπολη, έδρα της Κυβέρνησης και μεγαλύτερη πόλη του Ισραήλ.

Τελ Αβίβ – Γιάφα – (390.100 κάτοικοι) που ιδρύθηκε το 1909 ως η πρώτη Εβραϊκή πόλη της σύγχρονης εποχής, αποτελεί σήμερα το κέντρο της βιομηχανικής, εμπορικής, χρηματοοικονομικής και πολιτιστικής ζωής της χώρας.

Χάιφα – (264.900 κάτοικοι) παραθαλάσσια πόλη, γνωστή απο τα αρχαία χρόνια, αποτελεί ένα σημαντικό μεσογειακό λιμάνι και το βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο του βόρειου Ισραήλ.

Μπεερσέβα – (184.500 κάτοικοι) που αναφέρεται στη Βίβλο ως η σύναξη των πατριαρχών, αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο αστικό κέντρο στο νότο. Παρέχει διοικητικές, οικονομικές, υγειονομικές, εκπαιδευτικές και πολιτιστικές υπηρεσίες για ολόκληρη την νότια περιφέρεια.

Σύστημα διακυβέρνησης
Το Ισραήλ είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία με νομοθετικούς, εκτελεστικούς και δικαστικούς κλάδους. Ο αρχηγός του κράτους είναι ο Πρόεδρος, του οποίου οι αρμοδιότητες είναι κυρίως εθιμοτυπικές.

Το αξίωμα συμβολίζει την ενότητα και την κυριαρχία του κράτους. Η Κνέσετ, η νομοθετική αρχή του Ισραήλ, είναι το κοινοβούλιο 120 εδρών που λειτουργεί με συνεδριάσεις της ολομέλειας και με 12 διακομματικές επιτροπές.

Τα μέλη της εκλέγονται κάθε 4 χρόνια με εθνικές εκλογές, στις οποίες  συμμετέχουν και οι Ισραηλινοί του εξωτερικού.

Η κυβέρνηση (συμβούλιο των Υπουργών) είναι υπεύθυνη για τη διαχείρηση εσωτερικών και εξωτερικών υποθέσεων.

Της κυβέρνησης ηγείται ο Πρωθυπουργός και είναι υπόλογη στην Κνέσετ.

Πολιτισμός
Χιλιάδες χρόνια ιστορίας, η συγκέντρωση των Εβραίων από περισσότερες από 70 χώρες, μια κοινωνία πολυεθνικών κοινοτήτων που ζουν αρμονικά και μια αδιάκοπη διεθνής εισροή  μέσω δορυφορικής και καλωδιακής τηλεόρασης έχουν συνεισφέρει στην ανάπτυξη μιας Ισραηλινής κουλτούρας που αντικατοπτρίζει παγκόσμια στοιχεία ενώ αγωνίζεται για την δική της ταυτότητα. Η πολιτιστική έκφραση μέσω των τεχνών είναι τόσο ποικίλα όσο και οι ίδιοι οι άνθρωποι, με λογοτεχνία, θέατρο, συναυλίες, προγράμματα ραδιοφώνου και τηλεόρασης, ψυχαγωγία, μουσεία και γκαλερί που καλύπτουν κάθε ενδιαφέρον και γούστο.

Οι επίσημες γλώσσες της χώρας είναι τα Εβραϊκά και τα Αραβικά, αλλά στους δρόμους των πόλεων πολλές άλλες γλώσσες μιλιούνται. Τα Εβραϊκά, η γλώσσα της Βίβλου, που από καιρό είχε περιοριστεί σε θρησκευτικές λειτουργίες και στη λογοτεχνία, αναβίωσε πριν από ένα αιώνα, μαζί με την αναγέννηση της Εβραϊκής ζωής στη Γη του Ισραήλ.

Οικονομία
(Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία 2008)

ΑΕΠ.................................................................$188 δις ($ 26.200 κατά κεφαλήν)

Εξαγωγές, αγαθά και υπηρεσίες................... $46.0 δις

Εισαγωγές, αγαθά και υπηρεσίες.................. $55.0 δις

Βιομηχανία
Η βιομηχανία του Ισραήλ επικεντρώνεται στην παραγωγή προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία, που βασίζεται στην τεχνολογική καινοτομία. Περιλαμβάνει ιατρικό ηλεκτρονικό εξοπλισμό, αγροτεχνολογία, τηλεποικινωνίες, λογισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών, ηλιακή ενέργεια, τυποποίηση τροφίμων και χημικά.

Γεωργία
Η πρωτοπορία του Ισραήλ στην γεωργία είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς προσπάθειας απέναντι σε αντίξοες συνθήκες και της χρησιμοποίησης στο έπακρο του λιγοστού νερού και της καλλιεργήσιμης γης. Σήμερα, η γεωργία αποτελεί το 2,4% του ΑΕΠ και το 2% των εξαγωγών. Το Ισραήλ παράγει το 93% των αναγκών του σε τρόφιμα και εισάγει σιτηρά, ελαιούχους σπόρους,  κρέας, καφέ, κακάο και ζάχαρη τα οποία αντισταθμίζονται από το ευρύ φάσμα γεωργικών προϊόντων για εξαγωγές.

Εξωτερικό εμπόριο
Το εμπόριο διεξάγεται με χώρες και των πέντε ηπείρων. Περίπου το 54% των εισαγωγών και το 33% των εξαγωγών γίνονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση, με την οποία το Ισραήλ υπέγραψε το 1975 συμφωνία ελεύθερου εμπορίου. Μια παρόμοια συμφωνία υπογράφτηκε το 1985 με τις ΗΠΑ, με τις οποίες το Ισραήλ πραγματοποιεί το 17% των εισαγωγών του και το 40% των εξαγωγών του.

Εκπαίδευση/Παιδεία
Η σχολική εκπαίδευση είναι υποχρεωτική από την ηλικία των 5 ετών και παρέχεται δωρεάν ως την ηλικία των 18 ετών. Σχεδόν όλα τα νήπια ηλικίας 3 και 4 ετών πηγαίνουν σε κάποιο προσχολικό εκπαιδευτήριο.

Τα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης του Ισραήλ περιλαμβάνουν πανεπιστήμια και προσφέρουν ένα ευρύ φάσμα σπουδών στις επιστήμες και τις φιλολογικές σπουδές, λειτουργώντας ως ερευνητικά ιδρύματα παγκοσμίου φήμης.

Τα κολλέγια προσφέρουν ακαδημαϊκές σπουδές, ενώ υπάρχουν και επαγγελματικές σχολές. Το υψηλό επίπεδο της χώρας στην  επιστημονική έρευνα και ανάπτυξη (R&D) και η εφαρμογή της αναπληρώνει την έλλειψη φυσικών πόρων της χώρας.

Επιστήμες & Τεχνολογία
Η ιστορία της επιστημονικής έρευνας στο Ισραήλ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της επιστροφής του Εβραϊκού λαού στην πατρίδα του. Ο Theodor Herzl (1860-1904), ιδρυτής του πολιτικού Σιωνισμού που προώθησε την ιδέα ενός σύγχρονου Εβραϊκού κράτους, στη γη του Ισραήλ, οραματιζόταν ένα κράτος που όχι μόνο θα αποτελούσε τη φυσική πατρίδα του Εβραϊκού λαού, αλλά και ένα σημαντικό πνευματικό, πολιτιστικό και επιστημονικό κέντρο.

Η επιθυμία να μετατραπεί η γη, που την εποχή εκείνη ήταν μία άγονη περιοχή που κλυδωνιζόταν από ασθένειες, σε ένα σύγχρονο κράτος, ήταν ένας βασικός παράγοντας για την επερχόμενη επιστημονική έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη. Η γεωργική έρευνα χρονολογείται από τα τέλη του 19ου αιώνα με την ίδρυση της σχολής Mikveh Israel (1870). Ο Γεωργικός Σταθμός, που συστάθηκε στο Τελ Αβίβ (1921) τελικά έγινε ο Οργανισμός Γεωργικών Ερευνών (ARO),  που είναι σήμερα το κυριότερο  ίδρυμα γεωργικής έρευνας και  ανάπτυξης του Ισραήλ.

Η έρευνα για την ιατρική και τη δημόσια υγεία, άρχισε πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με την ίδρυση του Εβραϊκού Σταθμού Υγείας. Έλαβε σημαντική ώθηση όταν το Ινστιτούτο Μικροβιολογίας και τα τμήματα βιοχημείας, μικροβιολογίας και υγιεινής θεσπίστηκαν (μέσα του 1920) στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για το Ιατρικό Κέντρο Hadassah, το οποίο σήμερα θεωρείται το πιο σημαντικό ιατρικό και ερευνητικό κέντρο του Ισραήλ. Πρωτοπόρος στη βιομηχανική έρευνα υπήρξαν τα Εργαστήρια της Νεκράς Θάλασσας κατά τη δεκαετία του 1930, και η πρόοδος στη βασική επιστήμη και την τεχνολογία ξεκίνησαν στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο (1925), το  Ινστιτούτο Τεχνολογίας Technion - Israel (1924 στη Χάιφα) και το Ερευνητικό Κέντρο Daniel Sieff (1934 στο Rehovot), το οποίο αργότερα έγινε το Ινστιτούτο Επιστημών Weizmann (1949).

Όταν το κράτος του Ισραήλ ιδρύθηκε (1948), η επιστημονική και τεχνολογική υποδομή της χώρας είχε ήδη θεσπιστεί, πράγμα που διευκόλυνε την περαιτέρω εξέλιξη. Στην αρχή, η έρευνα συγκεντρώθηκε στα έργα εθνικής σημασίας και, στη βάση αυτή, στηρίχτηκε η ανάπτυξη των βιομηχανιών με εμπορικό προσανατολισμό.

Υγεία   
Ο Εθνικός Νόμος για την Ιατρική Ασφάλιση, σε ισχύ από τον Ιανουάριο του 1995, παρέχει ένα σταθερό φάσμα ιατρικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης και της νοσοκομειακής περίθαλψης για όλους τους κατοίκους του Ισραήλ. Όλες οι ιατρικές υπηρεσίες προσφέρονται από τους τέσσερις οργανισμούς παροχής ιατρικών υπηρεσιών.

Το προσδόκιμο ζωής είναι τα 82,2 χρόνια για τις γυναίκες και τα 78,5 για τους άντρες. Το ποσοστό παιδικής θνησιμότητας είναι 3,9 ανα 1.000 γεννήσεις. Η αναλογία ιατρών σε σχέση με τον πληθυσμό και ο αριθμός των ειδικών ιατρών συγκριτικά με ανεπτυγμένες χώρες είναι πολύ υψηλός.

Κοινωνικές υπηρεσίες  
Το σύστημα κοινωνικών υπηρεσιών βασίζεται στη νομοθεσία που προνοεί για την προστασία των εργατών και παρέχει ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο που συμπεριλαμβάνει τη φροντίδα των ηλικιωμένων, βοήθεια στους ανύπαντρους γονείς, προγράμματα για παιδιά και νέους, υπηρεσίες υιοθεσίας, καθώς και υπηρεσίες για την πρόληψη και θεραπεία του αλκοολισμού και των ναρκωτικών.

Το Εθνικό Ινστιτούτο Ασφάλισης παρέχει σε όλους τους κατοίκους του Ισραήλ ένα μεγάλο φάσμα παροχών όπως επιδόματα ανεργίας, συντάξεων, επιζησάντων του Ολοκαυτώματος, μητρότητας, επιδόματα παιδιών, συμπληρωματικά εισοδήματα και άλλα.

Τα Σύνορα του Ισραήλ
 Δυτικά: η Μεσόγειος Θάλασσα και η Λωρίδα της Γάζας. Βόρεια: Λίβανος και Συρία. Ανατολικά: Ιορδανία και τα αυτόνομα εδάφη της Παλαιστινιακής Αρχής. Νότια: Αίγυπτος και Ερυθρά Θάλασσα.

Το Ισραήλ κατέχει εδάφη που κατέλαβε το 1967 από την Συρία (τα Υψώματα του Γκολάν), την Ιορδανία (Δυτική Όχθη) και την Αίγυπτο (Γάζα). Σε ορισμένα τμήματα της Δυτικής Όχθης, εγκαθιδρύθηκε μια αυτόνομη Παλαιστινιακή Αρχή.

Κυβέρνηση και Διοίκηση
Το Κράτος του Ισραήλ είναι δημοκρατία, που ορίζεται ως κοινοβουλευτική δημοκρατία με αναλογική εκπροσώπηση. Η νομοθετική εξουσία είναι η Κνέσσετ και η εκτελεστική εξουσία είναι η κυβέρνηση.

Από την δημιουργία του Κράτους κανένα πολιτικό κόμμα δεν κατάφερε να αποκτήσει την απόλυτη πλειοψηφία και ως εκ τούτου όλες οι Ισραηλινές κυβερνήσεις ήσαν κυβερνήσεις συνεργασίας.

Ο Ισραηλινός Πρόεδρος εκλέγεται από την Κνέσσετ μία φορά κάθε επτά χρόνια. Ο ρόλος του είναι κατεξοχήν συμβολικός: ο πρόεδρος φέρει το υψηλότερο καθήκον. Δεν συμμετέχει σε κανέναν από τους τρεις κλάδους της κυβέρνησης και δεν διαθέτει πολιτική υπόσταση.

Ο Πρόεδρος είναι εκείνος που αναθέτει την εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως σε ένα από τα μέλη της Κνέσσετ μετά από μία εκλογική αναμέτρηση. Η συναίνεση του Προέδρου είναι απαραίτητη για την διάλυση της Κνέσσετ, εάν παραστεί ανάγκη γι' αυτό.

Η εξουσία του Προέδρου επίσης εκτείνεται στην χορήγηση Προεδρικής χάριτος, στον διορισμό των δικαστών στα πολιτικά δικαστήρια, στους ραβίνους δικαστές στα θρησκευτικά δικαστήρια και στους Καδήδες του μουσουλμανικού δικαίου. Διορίζει τα μέλη του Συμβουλίου Ανωτάτης Εκπαίδευσης, της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών, της Ραδιοτηλεοπτικής Αρχής, της Αρχής Επανένταξης Κρατουμένων, του Συμβουλίου της Αρχιραβινείας και του Διοικητή της Τράπεζας του Ισραήλ. Ο Πρόεδρος επίσης επικυρώνει τα διαπιστευτήρια των Ισραηλινών Πρέσβεων που υπηρετούν στην αλλοδαπή και δέχεται τα διαπιστευτήρια των ξένων διπλωματών στο Ισραήλ.

Το Ισραήλ διοικητικά χωρίζεται σε 6 περιφέρειες και 14 επαρχίες. Η Ιουδαία, η Σαμάρεια και η Γάζα έχουν ξεχωριστή διοίκηση. Οι τοπικές αρχές -δήμοι ή τοπικά και περιφερειακά συμβούλια- διαθέτουν νόμιμη δικαιοδοσία στις περιοχές τους καθώς και την ευθύνη να παρέχουν στους κατοίκους τους νομικές, κοινωνικές και υγειονομικές υπηρεσίες.

Η χώρα διαθέτει νόμο για υποχρεωτική εκπαίδευση σύμφωνα με τον οποίο όλα τα παιδιά στο Ισραήλ πρέπει να φοιτήσουν για έντεκα χρόνια στην κρατική, δωρεάν παιδεία που αρχίζει από τον παιδικό σταθμό και φθάνει στην 10η τάξη. Η ανώτατη εκπαίδευση στο Ισραήλ περιλαμβάνει πανεπιστήμια, κολέγια και ιδρύματα για θρησκευτική διδασκαλία (yeshivot, midrashot).

Το Ισραήλ παρέχει γενική ιατρική περίθαλψη με μια σειρά ιατρικών υπηρεσιών που είναι διαθέσιμες σε κάθε πολίτη. Τις υγειονομικές υπηρεσίες αναλαμβάνουν το Υπουργείο Υγείας και οι οργανισμοί υγειονομικής περίθαλψης. Οι Ισραηλινοί πολίτες πρέπει να καταβάλλουν ένα φόρο για την υγεία προς το Ινστιτούτο Εθνικής Ασφάλισης προκειμένου να διασφαλίσουν τα κοινωνικά τους δικαιώματα.

Κράτος του Ισραήλ: Ιστορία
Το Κράτος του Ισραήλ ιδρύθηκε το 1948 εν μέσω συγκρούσεων με τις δυνάμεις της Βρετανικής Εντολής, τους Άραβες κατοίκους και τα Αραβικά κράτη που κήρυξαν τον πόλεμο στο νεοϊδρυόμενο κράτος την ίδια μέρα της ιδρύσεώς του.

Η πάλη για την Ισραηλινή ανεξαρτησία
Στον απόηχο του Ολοκαυτώματος, η Εβραϊκή κοινότητα στην Γη του Ισραήλ, όπως επίσης και το παγκόσμιο Σιωνιστικό Κίνημα, συνειδητοποίησε σταδιακά το γεγονός πως ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο Εβραϊκό Κράτος ήταν απαραίτητο προκειμένου να παρασχεθεί ασφαλές καταφύγιο στο αποδεκατισμένο Εβραϊκό έθνος.

Η πάλη διεξήγετο σε δύο μέτωπα: σε μία ένοπλη και πολιτική μάχη εναντίον των στρατιωτικών δυνάμεων της Βρετανικής Εντολής και σε μια παγκόσμια διπλωματική εκστρατεία για την ανάγκη δημιουργία του κράτους, ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, μεγάλη προσπάθεια είχε επενδυθεί στην Ha’apalah, την επονομαζόμενη “παράνομη” μετανάστευση των Εβραίων στο Ισραήλ, η οποία στην ουσία ήταν εναντίον της πολιτικής της Βρετανικής Εντολής.

Παρόλο που η Βρετανία αναδύθηκε νικήτρια από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια των μεταπολεμικών ετών, η Βρετανική Αυτοκρατορία άρχισε να διαλύεται. Από την στιγμή που ο Βρετανός Raj  έπαψε να υφίσταται στην Ινδία, η Γη του Ισραήλ έχασε τη στρατηγική της σημασία καθώς η Βρετανία δεν χρειαζόταν πλέον μια βάση πλησίον της Διώρυγας του Σουέζ. 

Το 1947 Η Βρετανία ζήτησε την ανάκληση της Εντολής της στο Ισραήλ. Τα ΟΗΕ συγκρότησαν μιαν ειδική επιτροπή (UNESCOP) η οποία πρότεινε να διαιρεθεί η περιοχή δυτικά του Ιορδάνη Ποταμού σε δύο κράτη: ένα Εβραϊκό και ένα Αραβικό.

Στις 29 Νοεμβρίου του 1947, η Γενική Συνέλευση ψήφισε υπέρ της διαίρεσης, με ψήφισμα που έμεινε γνωστό ως Απόφαση του ΟΗΕ υπ' αριθ. 181, σύμφωνα με την οποία η Βρετανική Εντολή επρόκειτο να λήξει στις 15 Μαΐου του 1948. Επειδή μάλιστα η 15η εκείνου του έτους έπεφτε το Σάββατο, το Εθνικό Συμβούλιο συνήλθε την Παρασκευή, 14 Μαΐου και διακήρυξε την δημιουργία του Κράτους του Ισραήλ αναγνωρίζοντας τον ιστορικό σύνδεσμο μεταξύ του Am Yisrael (του λαού του Ισραήλ) και της γης του, αλλά μην προσδιορίζοντας τα σύνορά του.

Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας εισήγαγε επιπλέον και το όνομα του Εβραϊκού Κράτους: “Δια του παρόντος διακηρύσσουμε ότι ως εκ του τερματισμού της Εντολής... το παρόν Εθνικό Συμβούλιο θα ενεργεί ως προσωρινή διοίκηση και … θα συνιστά την Προσωρινή Κυβέρνηση του Εβραϊκού Κράτους που θα ονομάζεται Ισραήλ”.

Το όνομα παρήχθη από την Γη του Ισραήλ, το ιστορικό όνομα της Εβραϊκής εθνικής κοιτίδας.

Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η ΕΣΣΔ αμέσως αναγνώρισαν το Ισραήλ και αμέσως ακολούθησαν και άλλες χώρες. Ωστόσο, ο Αραβικός Σύνδεσμος ήταν αποφασισμένος να καταστρέψει το νεοσύστατο κράτος και στις 15 Μαΐου, τα στρατεύματα της Αιγύπτου, της Ιορδανίας (που τότε ονομαζόταν Ενδιάμεση Ιορδανία), της Συρίας, του Ιράκ και του Λιβάνου μαζί με άτακτα στρατιωτικά σώματα από άλλα Αραβικά έθνη εισέβαλαν στο Ισραήλ.

Από τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας μέχρι τον Πόλεμο του Σινά (1948-1956)
Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας μετετράπη από μία σύγκρουση δύο μόνιμων πληθυσμών σε ολοκληρωτικό πόλεμο μεταξύ οργανωμένων στρατών. Μετά από ενάμιση χρόνο πολέμου, επετεύχθη μια Συμφωνία Εκεχειρίας μεταξύ Ισραήλ και των περισσοτέρων Αραβικών χωρών. Το ιράκ, το οποίο εξακολουθούσε να βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με το Ισραήλ, παρέμεινε η μοναδική εξαίρεση.

Από αυτό το σημείο και έπειτα, η Ισραηλινή ιστορία σφραγίστηκε από τους πολέμους με τους Άραβες γείτονες, κάθε ένας από τους οποίους είχε μοναδικό και διαρκή αντίκτυπο στην οικονομία, την Εξωτερική πολιτική και τον κοινωνικό ιστό του Ισραήλ.

Ακόμη και όταν μαινόταν ο πόλεμος, οι θεσμοί του νεοσύστατου κράτους οργανώθηκαν: Η Συνέλευση των Αντιπροσώπων έγινε η Κνέσσετ και το Εθνικό Συμβούλιο έγινε η κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Δαβίδ Μπεν Γκουριόν. Η κυβέρνηση παρέλαβε τις εξουσίες της Κυβέρνησης της Εντολής αλλά εφόσον οι Βρετανοί έφυγαν δίχως να μεταφέρουν κανονικά τις εξουσίες, η διαδικασία υπήρξε σύνθετη και δυσχερής.

Εντωμεταξύ μεγάλα μεταναστευτικά κύματα έφθαναν στις Ισραηλινές ακτές: μεταξύ του 1948 και του 1951, έφθασαν περί τις 700.000 Εβραίοι: ολόκληρες κοινότητες από την Λιβύη, την Υεμένη, τη Βουλγαρία και το Ιράκ. Το 1950 ετέθη σε ισχύ ο Νόμος της Επιστροφής, ο οποίος έδινε το δικαίωμα σε κάθε Εβραίο μετανάστη να αποκτήσει πλήρη Ισραηλινή υπηκοότητα. Τα έτη 1955-1957 είδαν περισσότερους μετανάστες να καταφθάνουν, συμπεριλαμβανομένων 160.000 Νοτιοαφρικανών και Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης.

Ο πόλεμος και τα κύματα της μετανάστευσης επιβάρυναν το νεαρό κράτος και εφαρμόστηκε ένα πρόγραμμα λιτότητας (1949-1952). Το 1952, η κυβέρνηση υπέγραψε με τη Γερμανία μια αμφιλεγόμενη συμφωνία αποζημιώσεων. Παρά τη πολιτική και δημόσια καταιγίδα, η συμφωνία αύξησε τη δυναμική της αγοράς.

Αραβικά διεισδύσεις άρχισαν σχεδόν αμέσως μετά την Εκεχειρία. Παλαιστίνιοι πρόσφυγες περνούσαν τα σύνορα με το Ισραήλ για να διαπράξουν εγκλήματα και, αργότερα, δολιοφθορές, στις οποίες το Ισραήλ απαντούσε με επιθέσεις αντιποίνων.

Παρόλο που η κατάσταση σταδιακά κλιμακώθηκε, ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν την επίθεση Black Arrow, στις 28 Φεβρουαρίου του 1955 σαν σημείο καμπής: εκείνη τη νύχτα, οι ΙΕΔ επετέθησαν σε μια στρατιωτική εγκατάσταση στη Λωρίδα της Γάζας. Σε απάντηση, η Αίγυπτος άρχισε να οργανώνει συμμορίες Παλαιστινίων που ονόμαζαν “φενταγίν”, οι οποίοι στην ουσία απετέλεσαν την πρώτη Παλαιστινιακή τρομοκρατική οργάνωση.

Το Ισραήλ άρχισε τότε να ενισχύει τους στρατιωτικούς δεσμούς του με τη Γαλλία, από τη στιγμή που ο Μπεν Γκουριόν επέμενε να μην βγει το Ισραήλ στον πόλεμο χωρίς την υποστήριξη μία μεγάλης δύναμης τουλάχιστον. Κατηγορώντας τον Αιγύπτιο ηγέτη Γκαμάλ Άμπεντ αν-Νάσερ για πολλά από τα προβλήματα τους στην Αλγερία, η Γαλλία ήταν επιδεκτική στα ανοίγματα των Ισραηλινών. Αφού ο Νάσσερ εθνικοποίησε τη Διώρυγα του Σουέζ στις 26 Ιουλίου του 1956, η Βρετανία αναμίχθηκε στην διένεξη. Στις 22 Οκτωβρίου, ανώτεροι απεσταλμένοι της Γαλλίας, της Βρετανίας και του Ισραήλ συναντήθηκαν στις Σέβρες, στα περίχωρα του Παρισιού, και συμφώνησαν να πάνε σε πόλεμο με την Αίγυπτο. Η Πόλεμος του Σινά άρχισε στις 29 Οκτωβρίου.

Από τον Πόλεμο στο Σινά μέχρι τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (1957-1967)
Ο Πόλεμος στο Σινά τελείωσε στις 6 Νοεμβρίου του 1956. Οι παγκόσμιες υπερδυνάμεις εξανάγκασαν το Ισραήλ να εγκαταλείψει όλες τις εδαφικές κατακτήσεις του και οι ΙΕΔ αποτραβήχτηκαν από το Σινά και τη Λωρίδα της Γάζας τον Μάρτιο του 1957, καθώς μία Δύναμη Εκτάκτου Ανάγκης του ΟΗΕ αναπτύχθηκε κατά μήκος των συνόρων.

Ακολούθησε μια περίοδος σχετικής ησυχίας και το Ισραήλ ενίσχυσε την οικονομία του και ανάπτυξε κατά την περίοδο αυτή την εθνική του υποδομή. Μέχρι το 1966 έφθασαν άλλες 300.000 μετανάστες αλλά εξαιτίας της σοβαρής οικονομικής ύφεσης του 1965, ο ρυθμός των μεταναστών έπεσε. 

Η Ισραηλινή πολιτική σείστηκε όταν παραιτήθηκε ο Δαβίδ Μπεν Γκουριόν φεύγοντας και από το κόμμα Mapai και έγινε επόμενος πρωθυπουργός ο Levi Eshkol. Τότε το Ισραήλ έστειλε διπλωματικούς απεσταλμένους σε πολλές χώρες που είχαν αποκτήσει πρόσφατα την ανεξαρτησία τους στην Ασία και την Αφρική καθώς και σε πολλές νοτιοαμερικανικές χώρες.

Το 1964, γείτονες Άραβες άρχισαν να μπαίνουν πάλι μέσα στα σύνορα. Επιπρόσθετα, οι Παλαιστίνιοι σχημάτισαν την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) ενώ τρομοκράτες πέρναγαν την Ισραηλινή επικράτεια.

Εν τω μεταξύ προβλήματα ετοιμάζονταν να ξεσπάσουν στα βόρεια σύνορα: μετά την ολοκλήρωση του Εθνικού Μεταφορέα Νερού, τόσο η Συρία όσο και ο Λίβανος προσπάθησαν επανειλημμένα να εκτρέψουν πηγές του ποταμού Ιορδάνη. Το Ισραήλ απήντησε με πυρά ενώ η κατάσταση επιδεινώθηκε γρήγορα. Οι ΙΕΔ και ο Συριακός στρατός ενεπλάκησαν σε σκληρές μάχες, γνωστές ως “ο Πόλεμος για το Νερό”. 

Τα νότια σύνορα ήσαν προβληματικά από μόνα τους: η Αίγυπτος εξέφραζε την ανησυχία της για τον υποτιθέμενο πυρηνικό αντιδραστήρα στην Dimona και έπειτα από μια αερομαχία πάνω από τα Υψώματα του Γκολάν στις 7 Απριλίου του 1967, κατά τη διάρκεια της οποίας κατερρίφθησαν έξι Συριακά αεροσκάφη, η Αίγυπτος συμμάχησε με την Συρία. Στις 15 Μαΐου η Αίγυπτος εισέβαλε στο Σινά σε παράβαση της συμφωνίας του 1957 για τον Πολέμου στο Σινά. Η Αίγυπτος έκλεισε το πέρασμα του Tiran σε Ισραηλινά πλοία και διέταξε τις δυνάμεις του ΟΗΕ να αποσυρθούν από τις θέσεις τους κατά μήκος των συνόρων.

Ο πόλεμος επέκειτο. Οι ΙΕΔ επεστράτευσαν τις εφεδρείες τους και ο Πρωθυπουργός Eshkol μετέφερα το χαρτοφυλάκιο άμυνας στον Moshe Dayan. Και μια ιστορική πρωτιά επετεύχθη όταν το κόμμα Herut συμμετείχε στην πρόσφατα σχηματισθείσα κυβέρνηση εθνικής ενότητας.

Στις 6 Ιουνίου ξέσπασε ο Πόλεμος των Έξι Ημερών καθώς οι ΙΕΔ διεξήγαν πόλεμο εναντίον της Αιγύπτου, της Συρίας και της Ιορδανίας.

Από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών μέχρι τον Πόλεμο του Γιομ Κιππούρ (1967-1973)
Ξέφρενη ευφορία σάρωσε το Ισραήλ για την εντυπωσιακή νίκη του στο Πόλεμο των Έξι Ημερών. Οι ΙΕΔ είχαν καταλάβει τα Υψώματα του Γκολάν, την Ιουδαία, τη Σαμάρεια, τη Λωρίδα της Γάζας και ολόκληρη τη Χερσόνησο του Σινά μέχρι τη Διώρυγα του Σουέζ. Αλλά το σημαντικότερο: η Ιερουσαλήμ είχε πάλι ενοποιηθεί και για πρώτη φορά από το 1948 οι Εβραίοι μπορούσαν να προσευχηθούν στο Δυτικό Τείχος.

Το Ισραήλ προσάρτησε  αμέσως τον ανατολικό τομέα της Ιερουσαλήμ δηλώνοντας πως τα άλλα εδάφη τα κρατούσε με την ελπίδα μιας ειρηνευτικής συμφωνίας. “Περιμένουμε τηλεφώνημα από τους Άραβες” δήλωσε ο Dayan.

Ωστόσο, παρά τις δηλώσεις Dayan η κυβέρνηση έδωσε επίσημη εξουσιοδότηση για την κατασκευή Εβραϊκών οικισμών στα Υψώματα του Γκολάν, την Κοιλάδα του Ιορδάνη, το νότιο Σινά και τελικά ακόμη και στην περιοχή πέριξ της Rafah. Η επίσημη πολιτική ήταν ακόμη πιο αμφιλεγόμενη στην Ιουδαία και τη Σαμάρεια, όπου η κυβέρνηση προτίμησε να μην μετακινηθούν Εβραίοι σε περιοχές που κατοικούνται κυρίως από Άραβες. Ωστόσο, κατασκευάστηκαν πολλοί τέτοιοι οικισμοί που υποστηρίζονταν από πλήθος κυβερνητικών υπουργών και μελών της Κνέσσετ. Επιπρόσθετα, άρχισε και ένα κύμα κατασκευών στην ανατολική Ιερουσαλήμ, την οποία οι Άραβες και ο περισσότερος κόσμος επέμεναν να αποκαλούν “κατεχόμενη περιοχή”.

Τον Νοέμβριο του 1967, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ απεδέχθη την Απόφαση 242, που υιοθετούσε την έννοια τού “έδαφος αντί ειρήνης”, ωστόσο η ψήφος δεν είχε καμία πρακτική σημασία. Τον Φεβρουάριο του 1969, ο Πρωθυπουργός Eshkol απεδήμησε και Πρωθυπουργός του Ισραήλ έγινε -για πρώτη φορά γυναίκα- η Golda Meir.

Η PLO κατασκεύασε βάσεις στα ανατολικά της Κοιλάδας του Ιορδάνη και έστελνε τρομοκράτες μέσα στο Ισραήλ. Πραγματοποιήθηκαν πολλές καταδιώξεις στην Κοιλάδα κατά τα έτη 1968-1970 μέχρι που η Ιορδανία απέλασε τους τρομοκράτες έπειτα από τον “Μαύρο Σεπτέμβρη” του 1970. Οι περισσότερες Παλαιστινιακές οργανώσεις μετεγκαταστάθηκαν στον Νότιο Λίβανο και τη Συρία.

Η Αραβική τρομοκρατία είχε στόχους την Ισραηλινή πολιτική αεροπορία και πραγματοποίησε επιθέσεις υψηλού προφίλ μέσα στο ίδιο το Ισραήλ με την βοήθεια ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων. Μερικά παραδείγματα είναι η αεροπειρατεία σε αεροπλάνο της El Al προς Αλγερία στις 23 Ιουλίου του 1968, το οποίο ήταν το πρώτο του είδους του, η σφαγή στο αεροδρόμιο Lod στις 30 Μαΐου του 1972, που είχε διαπραχθεί από Γιαπωνέζους τρομοκράτες μεταμφιεσμένους σε επιβάτες καθώς και η απαγωγή και ο ακόλουθος φόνος 11 Ισραηλινών αθλητών στους Ολυμπιακούς του Μονάχου στις 5 Σεπτεμβρίου του 1972.

Τον Μάρτιο του 1969, ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Νάσσερ έδωσε εντολές στον στρατό του στη μεθόριο στη Διώρυγα του Σουέζ να βάλει εναντίον όλων των εκτεθειμένων στόχων, αρχίζοντας έτσι τον Πόλεμο Φθοράς, που περιελάμβανε ανταλλαγή βαρέων πυρών κατά μήκος της Διώρυγας, πολλές επιδρομές στα νώτα των εχθρικών γραμμών (και στις δύο πλευρές) και Ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές βαθιά στο Αιγυπτιακό έδαφος. Τον Αύγουστο του 1970 οι ΗΠΑ επέβαλαν κατάπαυση πυρός, ο πόλεμος τελείωσε και ο Νάσσερ πέθανε λίγες εβδομάδες αργότερα.

Παρά τα συνεχιζόμενα πυρά κατά μήκος των συνόρων, οι Ισραηλινοί ένιωσαν ασφαλείς καθώς η χώρα επαφίεται ολοκληρωτικά στην ικανότητα των ΙΕΔ να προστατεύσουν το έθνος. Ήταν η πρώτη φορά από τη δημιουργία του Ισραήλ που ο κόσμος πίστευε  ότι η ύπαρξή του ήταν εγγυημένη.

Από τον Πόλεμο του Γιομ Κιππούρ μέχρι την Πολιτική Αναταραχή (1973-1977)
Η απογοήτευση ήταν εξαιρετικά οδυνηρή. Η Αίγυπτος και η Συρία σχεδίαζαν μυστικά μια αιφνιδιαστική επίθεση πλήρους ισχύος εναντίον του Ισραήλ με την ελπίδα ότι θα ανακτήσουν εδάφη που είχαν χάσει κατά την διάρκεια του Πολέμου των 'Έξι Ημερών. Το σκεπτικό ήταν πως ακόμη κι αν δεν μπορέσουν να ανακτήσουν οι ίδιες τα εδάφη, το Ισραήλ θα αναγκαζόταν να τα παραδώσει εξαιτίας της διεθνούς πίεσης που θα ήταν βέβαιο επακόλουθο του πολέμου. Την Ημέρα του Εξιλασμού (Γιομ Κιππούρ), στις 6 Οκτωβρίου του 1973 ξέσπασε ο ομώνυμος πόλεμος.

Οι ΙΕΔ πιάστηκαν στον ύπνο αλλά σύντομα ανένηψαν. Τα εδάφη που έχασαν στα Υψώματα του Γκολάν επανακτήθηκαν σε μόλις τρεις ημέρες και δέκα μέρες μετά από την έναρξη του πολέμου οι δυνάμεις των ΙΕΔ διείσδυαν στο Αιγυπτιακό έδαφος. Όμως το αίσθημα της ήττας που είχε δημιουργηθεί κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου δεν εξαλείφθηκε ούτε και αφού τελείωσε ο πόλεμος.

Ως επακόλουθο του πολέμου, συγκροτήθηκε μια εξεταστική επιτροπή με επικεφαλής τον Αρχιδικαστή Shimon Agranat προκειμένου να διερευνηθεί ο πόλεμος. Η επιτροπή έκανε πολλές συστάσεις που αφορούσαν σε υψηλόβαθμους στρατιωτικούς ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου και του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου των ΙΕΔ Δαβίδ Ελάζαρ, αλλά κράτησε αποστάσεις από την διερεύνηση της πολιτικής ιεραρχίας.

Ένας αριθμός Αραβικών κρατών απέστειλε στρατεύματα για να πολεμήσουν στο πλευρό της Αιγύπτου και της Συρίας και τα πλούσια σε πετρέλαιο Αραβικά έθνη, που είναι συλλογικά γνωστά ως OPEC, ανακοίνωσαν ότι επιβάλουν πετρελαϊκό εμπάργκο στις ΗΠΑ και την Ολλανδία εξαιτίας της υποστήριξης που παρείχαν στο Ισραήλ.

Κύματα διέδραμαν όλον τον κόσμο καθώς άρχιζε η επονομαζόμενη “πρώτη ενεργειακή κρίση” με τις τιμές του πετρελαίου να τετραπλασιάζονται μέσα με λίγους μόνο μήνες. Η ενεργειακή κρίση απείλησε τις περισσότερες χώρες που δεν ήσαν μέλη του OPEC, πολλές από τις οποίες κατηγορούσαν το Ισραήλ. Το Ισραήλ ως συνέπεια του πολέμου απώλεσε πολλά από τα διεθνή του στηρίγματα και η οικονομία του, που κατά μεγάλο τμήμα της στηριζόταν στο πετρέλαιο, υπέφερε.

Παρόλα αυτά, το Ισραήλ κατάφερε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου, ιδιαίτερα χάρη στην δίχως προηγούμενο Αμερικανική βοήθεια. Από το 1974, η Αμερικανική βοήθεια προς το Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένης και της στρατιωτικής και της οικονομικής, ισούται με πολλά δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο. Παρόλα αυτά η προπολεμική οικονομική ανάκαμψη είχε σε μεγάλο βαθμό ανατραπεί.

Οι επιχειρήσεις εποικισμού συνεχίστηκαν όπως και η τρομοκρατία. Το 1976 έλαβε χωρά η ποταπή αεροπειρατεία αεροπλάνου της Air France προς τον Entebbe της Ουγκάντας. Η ακολουθήσασα διάσωση από τις ΙΕΔ στην επιχείρηση της 4ης Ιουλίου του 1976 αντήχησε σε ολόκληρο τον κόσμο. Στις 7 Ιουνίου του 1981, το Ισραήλ πραγματοποίησε ακόμη μία παράτολμη αεροπορική επιδρομή και κατέστρεψε τον πυρηνικό αντιδραστήρα του Ιράκ λίγο πριν καταστεί δυνατόν να λειτουργήσει.

Το Εργατικό κόμμα κέρδισε μια σχετική πλειοψηφία στις εκλογές που ακολούθησαν λίγο μετά τον πόλεμο ωστόσο η εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων προς την ηγεσία των βετεράνων είχε πια χαθεί. Η Πρωθυπουργός Meir και ο Υπουργός Αμύνης Dayan αναγκάστηκαν σε παραίτηση. Επόμενος πρωθυπουργός έγινε ο Yitzchak Rabin.

Από την Πολιτική Αναταραχή μέχρι τον Πολέμου του Λιβάνου (1977-1982)
Οι εκλογές του 1977 περιγράφονται συχνά ως μία δραματική πολιτική αναταραχή: για πρώτη φορά στην ιστορία του Ισραήλ, μια ομάδα κεντροδεξιών κομμάτων γνωστών με το όνομα Λικούντ, σχημάτισαν κυβέρνηση. Ο Μεναχέμ Μπέγκιν, ο οποίος ηγείτο της αντιπολίτευσης από την ίδρυση του κράτους έγινε πρωθυπουργός. Παρόλο που η αναταραχή αυτή συνέβαλε στην συνέχιση των μετασεισμικών δομήσεων του Πολέμου του Γιομ Κιππούρ, υπήρξαν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι συνεισέφεραν στην πολιτική ανάκαμψη, καθώς άρχισε να δημιουργείται ένα τεράστιο ρήγμα στην Ισραηλινή κοινωνία.

Μια ριζική μεταστροφή στις Ισραηλο-Αραβικές σχέσεις σημειώθηκε περί τα τέλη του 1977: μυστικές συνομιλίες μεταξύ Ισραηλινών και Αιγυπτίων  αξιωματούχων είχαν ως αποτέλεσμα να ανακοινώσει δημόσια ο Αιγύπτιος Πρόσεδρος Ανουάρ Σαντάτ την πρόθεσή του να επισκεφθεί την Ιερουσαλήμ, να μιλήσει στην Κνέσσετ και να διαπραγματευθεί ειρήνη.

Ο Σαντάτ έφθασε στο Ισραήλ την 19η Νοεμβρίου καθώς Αιγύπτιοι και Ισραηλινού άρχισαν τις ειρηνευτικές συνομιλίες υπό την Αμερικανική αιγίδα. Δύο χρόνια αργότερα, το 1979, τα δύο μέρη υπέγραψαν τις Συμφωνίες του Camp David. Οργισμένες λαϊκές αντιδράσεις προέκυψαν εξαιτίας της απόσυρσης του Ισραήλ από το Σινά και της εγκατάλειψης της Yamit το 1982.

Σύντομα υιοθετήθηκε μια σειρά κυβερνητικών αντιμέτρων που συμπεριελάμβαναν την θέσπιση του Νόμου της Ιερουσαλήμ του 1980 και της διακήρυξη της Ισραηλινής κυριαρχίας στα Υψώματα του Γκολάν το 1981.

Μία μείζων κοινωνική εξέλιξη αυτής της περιόδου απετέλεσε η αυξανόμενη ισχύς του Ορθοδόξου κόμματος των haredi. Πριν από το 1977 αυτή η κοινότητα ήταν σχετικά ασήμαντη, με πολύ μικρή ανάμιξη στα πολιτικά πράγματα της χώρα. Όμως το 1977, ο Μπέγκιν κάλεσε το Αγκουντάτ Γισραέλ, ένα κόμμα των haredi να συμμετάσχει στον συνασπισμό του. Το αποτέλεσμα ήταν να διογκωθεί η δημόσια επιρροή των haredi και να γίνουν τα μέλη τους περισσότερο ενεργά από οικονομική και πολιτική άποψη.

Τα βόρεια σύνορα αντιμετώπισαν εκ νέου μιαν ανησυχία, ακθώς ο εμφύλιος πόλεμος στο Λίβανο, που άρχισε το 1975, σταδιακά επιδεινώθηκε. Οι αντιτρομοκρατικές δραστηριότητες του Ισραήλ συμπεριελάμβαναν τον σχηματισμό του Στρατού του Νοτίου Λιβάνου (SLA) υπό την διοίκηση του Σαάντ Χαντάν και το άνοιγμα του επονομαζομένου “Καλού Φράχτη¨. Ωστόσο, η τρομοκρατία συνεχίστηκε και στις 14 Μαρτίου του 1978, οι ΙΕΔ εισέβαλαν στο Λιβανικό έδαφος σε εκτέλεση του σχεδίου Litani. Το Ισραήλ απεχώρησε περίπου τρεις μήνες αργότερα και αφού εγκαταστάθηκε στην περιοχή ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ ως προφυλακή ανάμεσα στα Ισραηλινά σύνορα και τις θέσεις της PLO κατά μήκος του Νοτίου Λιβάνου και δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο στην ουσία μία ζώνη ασφαλείας ελεγχόμενη του τον Στρατό του Νοτίου Λιβάνου.

Σύντομα όμως οι διευθετήσεις απεδείχθησαν αναποτελεσματικές και στις 6 Ιουνίου του 1982 και έπειτα από την απόπειρα δολοφονίας του Ισραηλινού Πρεσβευτή στο Λονδίνο, ξέσπασε ο Πόλεμος του Λιβάνου.

Από τον Πόλεμο του Λιβάνου μέχρι τις Συμφωνίες του Όσλο (1982-1995)
Σε αντίθεση με προγενέστερους Αραβο-Ισραηλινούς πολέμους, ο Πόλεμος του Λιβάνου δεν τελείωσε ούτε με κατάπαυση πυρός ούτε με συμφωνία ανακωχής. Παρόλο που οι ΙΕΔ έλεγχαν το ήμισυ των εδαφών του Λιβάνου, το Ισραήλ δεν κατάφερε ούτε να καταστρέψει την PLO ούτε να επιβάλλει μια “νέα τάξη” στο Λίβανο.

Ο Λιβανέζος ηγέτης των φαλαγγιτών Basir Gamayel δολοφονήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου και σε αντίποινα οι Χριστιανικές στρατιωτικές δυνάμεις του Λιβάνου σφαγίασαν τους Παλαιστίνιους των προσφυγικών στρατοπέδων Σάμπρα και Σατίλα, προκαλώντας την ανάφλεξη θύελλας διαμαρτυριών στο Ισραήλ και σε όλον τον κόσμο. Η Ισραηλινή κυβέρνηση και οι ΙΕΔ κατηγορήθηκαν πως αγνόησαν την σφαγή και η Επιτροπή Kahan, που σχηματίστηκε προκειμένου να διερευνηθούν οι δολοφονίες, συνέστησε την αποπομπή του Υπουργού Αμύνης Αριέλ Σαρόν.

Οι Ισραηλινές Στρατιωτικές Δυνάμεις αντιμετώπιζαν τα συνεχή πυρά και τις τρομοκρατικές επιθέσεις των παντοίων παραστρατιωτικών οργανώσεων που δρούσαν στον Λίβανο. Το 1985, οι ΙΕΔ σταδιακά άρχισαν να υποχωρούν νότια και δημιουργήθηκε μια “ζώνη ασφαλείας” υπό τον συντονισμένο έλεγχο των ΙΕΔ και του SLA. Έτσι επικράτησε σχετική ησυχία στα βόρεια σύνορα, ωστόσο υπήρξαν εντάσεις εντός της ζώνης ασφαλείας.

Από κοινωνική και οικονομική άποψη αυτή ήταν μία από τις πλέον θυελλώδεις περιόδους στην ιστορία του Ισραήλ: η κυβέρνηση του κόμματος Λικούντ παρέβλεψε συγκεκριμένα οικονομικά βήματα που οδήγησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα σε καλπάζοντα πληθωρισμό, που περί το 1983 έφτανε στο ζενίθ του, στο 400% οδηγώντας την Ισραηλινή οικονομία στο χάος. Τον Αύγουστο του 1983 το τέλμα του Λιβάνου και οι απελπιστική οικονομική στενότητα ανάγκασαν τον Μπέγκιν να παραιτηθεί επικαλούμενος “προσωπικούς λόγους”. Επόμενος πρωθυπουργός έγινε ο Γιτσχάκ Σαμίρ.

Το 1984 οι γενικές εκλογές οδήγησαν σε μια “μετέωρη” Κνέσσετ και σχηματίστηκε κυβέρνηση εθνικής ενότητας εκ περιτροπής. Ο Σιμόν Πέρες ήταν πρωθυπουργός για τα πρώτα δύο χρόνια και έπειτα ο Σαμίρ υποστηριζόμενος από τον ίδιο συνασπισμό που τον αντικατέστησε τον Οκτώβριο του 1986.

Προκειμένου να σταθεροποιήσει την οικονομία, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας έλαβε μια σειρά από δραστικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης και της  υλοποίησης του παγώματος των τιμών και κατάφερε να ανασχέσει τον πληθωρισμό. Παρόλα αυτά η οικονομία δεν ανέκαμψε αμέσως. Στις επόμενες εκλογές, το 1988, το Λικούντ πέτυχε μικρό περιθώριο νίκης με αποτέλεσμα τον σχηματισμό μιας ακόμη κυβέρνησης ενότητας, αλλά αυτή τη φορά όχι εκ περιτροπής. Τον Μάρτιο του 1990 ο Πέρες προσπαθώντας να επανακαταλάβει την εξουσία προσπάθησε να ανατρέψει την κυβέρνηση Σαμίρ αλλά απέτυχε.

Παρόλο που ορισμένοι Παλαιστίνιοι Άραβες έγινα μέλη τρομοκρατικών οργανώσεων και ένας μικρός αριθμός τους διέπραξε τρομοκρατικές επιθέσεις, πολλοί κράτησαν αποστάσεις από την διαμαρτυρία εναντίον της Ισραηλινής διοίκησης. Τον Δεκέμβριο του 1987 ωστόσο κάτι άλλαξε. ¨Ένα κύμα ταραχών, που θα γίνει αργότερα γνωστό με το όνομα Ιντιφάντα, ξέσπασε στην Ιουδαία, τη Σαμάρεια και την Λωρίδα της Γάζας. Το Ισραήλ απεδείχθη ανήμπορο να καταστείλει τις ταραχές.

Ο Σαμίρ, διαλλακτικός απεφάσισε να λάβει μέρος στην Διάσκεψη της Μαδρίτης, μια διεθνή ειρηνευτική διάσκεψη στην οποία συμμετείχαν Παλαιστίνιοι αντιπρόσωποι, παρόλο που ήσαν μέλη της Ιορδανικής αντιπροσωπείας. Ωστόσο, οι αναταραχές των Παλαιστινίων συνεχίστηκαν αμείωτες.

Στις αρχές του 1991 το Ισραήλ συμμετείχε απρόθυμα στον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου. Το Ιράκ απάντησε στην υπό τις ΗΠΑ Συμμαχία με την εκτόξευση πυραύλων Σκαντ εναντίον του Ισραήλ. Παρόλο που υπήρξαν λίγες απώλειες και οι υλικές ζημίες ήσαν σχεδόν μηδαμινές, ο συνεχής φόβος για μη συμβατικά όπλα οδήγησε σε γενικευμένο πανικό. Παρόλα αυτά, η ζωή επέστρεψε στους ρυθμούς της έπειτα από τη λήξη του πολέμου.

Ο Ράμπιν αντικατέστησε τον Πέρες στην προεδρεία του Εργατικού κόμματος και πέτυχε να αποσπάσει την πλειοψηφία στις εκλογές του 1992, περισσότερο ως αποτέλεσμα της αισιοδοξίας που γεννήθηκε από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του επακόλουθου κύματος μεταναστών που άρχισε στα τέλη του 1989. Η οικονομία άνθισε και η ιντιφάντα έγινε η πρωταρχική μέριμνα της κυβέρνησης.

Οι μυστικές συνομιλίες μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων αξιωματούχων στο Όσλο της Νορβηγίας κορυφώθηκαν με τις Συμφωνίες του Όσλο. Ως τμήμα της αμφιλεγόμενης συμφωνίας, το Ισραήλ απεδέχθη την PLO ως τον επίσημο διαπραγματευτή των Παλαιστινίων και εγγυήθηκε την αυτονομία εκτενών τμημάτων της Ιουδαίας, της Σαμάρειας και της Λωρίδας της Γάζας. Σε αντάλλαγμα οι Παλαιστίνιοι υποσχέθηκαν να αναγνωρίσουν την ύπαρξη του Ισραήλ, να απέχουν από περαιτέρω τρομοκρατικές δραστηριότητες και να τερματίσουν την Ιντιφάντα. Οι Συμφωνίες υπεγράφησαν στην Ουάσιγκτον στο γκαζόν πέρι του Λευκού Οίκου στις 13 Σεπτεμβρίου του 1993, συνοδευόμενες και από την ιστορική χειραψία που αντήλλαξαν οι Ράμπιν και ο ηγέτης της PLO Γιάσσερ Αραφάτ.

Από τις Συμφωνίες του Όσλο (1993) μέχρι σήμερα
Οι Συμφωνίες του Όσλο είχαν καταλυτική επίδραση στο Ισραήλ. Σύμφωνα με τις Συμφωνίες δημιουργήθηκε η Παλαιστινιακή Αρχή (ΠΑ). Σε σύντομο χρονικό διάστημα έπειτα από αυτό, τον Οκτώβριο του 1994 το Ισραήλ υπέγραψε μια ιστορική συνθήκη ειρήνης με την Ιορδανία ενώ ξεκίνησαν διερευνητικές ειρηνευτικές συνομιλίες με τη Συρία.

Η διεθνής θέση του Ισραήλ βελτιώθηκε εξαιρετικά και η μετανάστευση συνέχισε την ανοδική της πορεία. Την περίοδο 1990-1995 πάνω από 500.000 μετανάστες έφθασαν από την Ανατολική Ευρώπη και από άλλες χώρες με την οικονομία να παρουσιάζει εκρηκτική ανάπτυξη.

Όμως το Ισραήλ πλήρωσε ακριβά τις Συμφωνίες: οι Παλαιστινιακές επιθέσεις συνεχίστηκαν αμείωτες καθώς το Ισραήλ κατηγόρησε τον Αραφάτ και την ΠΑ πως δεν εμποδίζουν τους τρομοκράτες. Επιπρόσθετα, η ΠΑ ίδρυσε στρατιωτικές και παραστρατιωτικές μονάδες κατά παράβαση της εντολής του Όσλο και οι Παλαιστίνιοι ισχυρίστηκαν ότι οι νέοι Ισραηλινοί οικισμοί παραβιάζουν το “πνεύμα” του Όσλο.

Στις 4 Νοεμβρίου του 1995, η επονομαζόμενη ειρηνευτική διαδικασία έφθασε στο τέλος της. Ο Γιτζχάκ Ράμπιν δολοφονήθηκε από έναν ακροδεξιό εξτρεμιστή, τον Γιγκάλ Αμίρ.

Ο Πέρες, που τον αντικατέστησε στην πρωθυπουργία, προκήρυξε εσπευσμένα γενικές εκλογές για την άνοιξη του 1996 (ενώ εν των μεταξύ είχαν διεξαχθεί εκλογές για την πρωθυπουργία) και είχε ηττηθεί από τον Μπινγιαμίν Νετανιάου του κόμματος Λικούντ και του οποίου οι πολιτικές θέσεις ήσαν αντιδιαμετρικά αντίθετες από αυτές του Ράμπιν και του Πέρες.

Η ειρηνευτική διαδικασία στην καλύτερη περίπτωση προχωρούσε σποραδικά και πολλοί Ισραηλινοί αντετίθεντο κραυγαλέα στις Συμφωνίες του Όσλο. Η νέα κυβέρνηση υπήρξε βραχύβια καθώς ο Νετανιάου παραιτήθηκε το 1999. Τον Μάιο του ίδιου έτους, ο Εχούντ Μπάρακ εξελέγη ως επόμενος πρωθυπουργός.

Ο Μπάρακ δεν κατάφερε να δρομολογήσει εκ νέου την ειρηνευτική διαδικασία, ωστόσο μπόρεσε να τηρήσει την προεκλογική του δέσμευση για την απόσυρση των Ισραηλινών από το Λίβανο. Τον Μάιο του 200ο το τελευταίο τεθωρακισμένο των ΙΕΔ απεσύρθη στα Ισραηλινά σύνορα. Ο Στρατός του Νοτίου Λιβάνου κατέρρευσε και ανησυχητική ηρεμία επεκράτησε στα βόρεια σύνορα.

Παρόλο που επανελήφθησαν οι συνομιλίες με τους Σύρους, δεν επετεύχθη συναίνεση. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον προσπάθησε να επαναφέρει την ειρηνευτική διαδικασία και, ακολουθώντας το παράδειγμα του προκατόχου του Τζίμμυ Κάρτερ το 1979, κάλεσε τους Μπάρακ και Αραφάτ στο Camp David τον Ιούλιο του 2000. Δυστυχώς οι συνομιλίες απέτυχαν και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους η Ιντιφάντα άρχισε εκ νέου με σκοπό την εκδίκηση.

Οι ταραχές του Οκτωβρίου 2000
Οι Εβραιο-Αραβικές σχέσεις επιδεινώθηκαν περαιτέρω κατά τη διάρκεια των αιματηρών ταραχών του Οκτωβρίου 2000. Η αμφιλεγόμενη επίσκεψη στο Όρος του ναού του τότε ηγέτη της αντιπολίτευσης Αριέλ Σαρόν, εξόργισε τον Αραβικό τομέα, πυροδοτώντας μια λυσσαλέα Παλαιστινιακή εξέγερση: χιλιάδες Ισραηλινοί Άραβες συμμετείχαν σε βίαιες ταραχές. ¨Έγιναν απόπειρες να επιτεθούν σε Εβραϊκές κοινότητες. Οι περισσότερες λεωφόροι ήσαν κλειστές στην Εβραϊκή κίνηση. Πλήθος κατασκευές καταστράφηκαν ενώ δολοφονήθηκε και ένας Εβραίος όταν μια πέτρα ρίχτηκε στο όχημά του.

Οι προσπάθειες της Ισραηλινής αστυνομίας να ελέγξει τις ταραχές είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο 13 Αράβων και των τραυματισμό πολλών άλλων. Παλαιστίνιοι στην Ιουδαία, τη Σαμάρεια και τη Λωρίδα της Γάζας συνέχισαν να συγκρούονται με Ισραηλινούς και Ισραηλινοί-Άραβες έδειξαν πρωτοφανή επίπεδα συνεργασίας και ταύτισης με τα αδέρφια τους στην άλλη πλευρά της Πράσινης Γραμμής.

Ως επακόλουθο των ταραχών, ο τότε Πρωθυπουργός Εχούντ Μπάρακ συγκρότησε την Επιτροπή Ορ προκειμένου να διερευνήσει τόσο  τις ταραχές όσο και την κυβερνητική αντίδραση συμπεριλαμβανομένης και της συμπεριφοράς της αστυνομίας.

Το 2003 Η Επιτροπή Ορ επρόκειτο να δώσει στη δημοσιότητα τα ευρήματά της, συμπεριλαμβανομένης και της παρακάτω αναφοράς για τις Εβραιο-Αραβικές σχέσεις:”Οι σχέσεις μειονότητας-πλειονότητας είναι προβληματικές σε κάθε χώρο και ειδικά σε ένα κράτος που αυτοπροσδιορίζεται με βάση της εθνικότητα της πλειονότητας... Από κάθε άποψη, η εγκαθίδρυση μιας λογικής αρμονίας στις σχέσεις πλειονότητας-μειονότητας συνιστά ένα δύσκολο καθήκον που επιβάλλεται σε κάθε κοινωνικό τομέα. Αυτό το καθήκον απαιτεί συγκεκριμένη προσπάθεια από τιυς κρατικούς θεσμούς που εκφράζουν την ηγεμονία της πλειονότητας”.

“Η απομάκρυνση από μια τέτοια προσπάθεια δημιουργεί ένα αίσθημα περιφρόνησης και μια πραγματικότητα περιφρόνησης ανάμεσα στην μειονότητα, η οποία πιθανώς να επιδεινωθεί με το πέρασμα του χρόνου. Αυτά τα φαινόμενα χαρακτηρίζουν και την αραβική μειονότητα στο Κράτος του ισραήλ, η οποία από πολλές απόψεις αποτελεί το θύμα μιας διάκρισης”.

Το τέλος του 2000 βρήκε τον Μπάρακ να παραιτείται από τη θέση του καθώς διεξάγονταν εκλογές στην αρχή του 2003. Ο εκλογικός νόμος είχε στο μεταξύ ανακληθεί και το Λικούντ, υπό την ηγεσία του Αριέλ Σαρόν, επέστρεψε στην εξουσία.

Η ανανεωμένη Ιντιφάντα έπληξε σκληρά το Ισραήλ: μέσα σε μία νύχτα, η οικονομία βυθίστηκε στην ύφεση, η μετανάστευση ελαττώθηκε και η Ισραηλινή κοινωνία διασπάστηκε περαιτέρω. Το Λικούντ του Σαρόν απέσπασε ευρεία πλειοψηφία στις εκλογές του 2003 και ο ίδιος παρέμεινε Πρωθυπουργός. Εντωμεταξύ η επονομαζόμενη “Ιντιφάντα του Άλ Άκσα” συνεχίστηκε ενώ οι Ισραηλινές προσπάθειες βα μειωθεί η τρομοκρατία δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα.

Τον Μάρτιο του 2003, ο Μαχμούντ Αμπάς, γνωστός και ως Αμπού Μάζεν, έγινε πρωθυπουργός της ΠΑ υπό τον Αραφάτ και πολλοί ήσαν αισιόδοξοι με την αλλαγή που βρισκόταν σε εξέλιξη. Την ίδια στιγμή η Ισραηλινή κυβέρνηση διακήρυξε πως ο Αραφάτ ήταν άσχετος. Οι Παλαιστίνιοι διακήρυξαν μια “χούντνα” (μια πρόσκαιρη κατάπαυση πυρός) και ισχυρίστηκαν πως απέχουν από τρομοκρατικές πράξεις. Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ απέσυρε ορισμένες από τις στρατιωτικές δυνάμεις από τις περιοχές που ήλεγχε η ΠΑ αλλά η χούντνα απεδείχθη χωρίς αποτέλεσμα: μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα οι Παλαιστίνιοι ενεπλάκησαν σε τρομοκρατικές επιθέσεις και οι Ισραηλινοί αναγκάστηκαν να απα΄τησουν.

Στα μέσα του 2003 ο Αμπάς παραιτήθηκε από τη θέση που κατείχε ως Παλαιστίνιος πρωθυπουργός αλλά στα τέλη του 2004 επέστρεψε στα καθήκοντά του λόγω της επιδεινούμενης υγείας του Αραφάτ. Μετά τον θάνατο του Αραφάτ στις 11 Νοεμβρίου του 2004, ο Αμπάς προσαγορεύτηκε πρόεδρος της PLO και τον Ιανουάριο του 2005 εξελέγη Παλαιστίνιος πρόεδρος. Το Ισραήλ για μια φορά ακόμη ήταν αισιόδοξο όσον αφορά στις πιθανότητες για ειρήνη με την ΠΑ.

Η απεμπλοκή από τη Λωρίδα της Γάζας
Το 2004 ο Πρωθυπουργός Αριέλ Σαρόν άρχισε να υποκινεί την ιδέα μιας μονομερούς απεμπλοκής από τη λωρίδα της Γάζας. Η κίνηση προϋπέθετε την απoμάκρυνση των 21 Ισραηλινών οικισμών από τη Λωρίδα και τεσσάρων οικισμών στα βόρεια της Δυτικής Όχθης. Ο Σαρόν δήλωνε πως η κίνηση αυτή θα βελτίωνε την ασφάλεια του Ισραήλ και τη διεθνή θέση αφού απουσίαζε μια ενεργή πολιτική διαπραγμάτευση προκειμένου να τερματιστεί η Ισραηλο-Παλαιστινιακή διένεξη.

Η ιδέα από τη ίδια τη στιγμή της σύλληψής της πυροδότησε αμφιβολίες, προκαλώντας πολιτικές εκρήξεις και την μαζική αντίδραση της κοινής γνώμης, ειδικά εκ μέρους της Δεξιάς, η οποία προσπάθησε να κινητοποιήσει την ισραηλινή κοινή γνώμη μέσω μαζικών διαδηλώσεων διαμαρτυρίας και οδοφραγμάτων στους μεγαλύτερους αυτοκινητοδρόμους.

Τα μέλη του Λικούντ απαίτησαν από τους ηγέτες τους να κάνουν ένα δημοψήφισμα για αυτί το σχέδιο, πριν ψηφιστεί από το Ισραηλινό υπουργικό συμβούλιο. Το δημοψήφισμα που διεξήχθη στις 2 Μαΐου του 2004 έδειξε ότι το 59,5% των ψηφισάντων διαφωνούσε με το σχέδιο απεμπλοκής. Αρχές Ιουνίου η κυβέρνηση Σαρόν ενέκρινε ένα τροποποιημένο σχέδιο απεμπλοκής αλλά το νομοσχέδιο πηγαινοερχόταν αρκετές φορές κατά το επόμενο έτος.

Κατά συνέπεια η κυβέρνηση συνεκρότησε την Αρχή Διαφωνίας, η οποία υποτίθεται ότι θα επέβλεπε όλες τις λογιστικές, οικονομικές, κοινωνικές πτυχές της απεμπλοκής καθώς και όσες πτυχές σχετίζονταν με τις υποδομές.

Το Αύγουστο του 2005 άρχισε η αποχώρηση από τη Γάζα: περίπου 142.000 στρατιώτες των ΙΕΔ, στρατεύματα συνοριοφυλακής και αξιωματικοί της αστυνομίας έλαβαν μέρος στην επιχείρηση με την κωδική ονομασία Επιχείρηση Χέρι (βοήθειας) στους Αδελφούς και παρέδωσαν τη διαταγή εκκένωσης στους κατοίκους.

Μέσα σε δύο εβδομάδες 23 οικισμοί, οι Bedolah, Beni Atzmon, Dugit, Elei Sinai, Gadid , Gan Or, Ganei Tal, Katif, Kfar Darom, Kfar Yam, Kerem Atzmona, Morag, Neveh Dekalim, Netzarim, Netzer Hazani, Nisanit, Pe'at Sade, Rafiah Yam, Slav, Shirat Hayam και Tel Katifa στη Λωρίδα της Γάζας και οι Homesh and Sa-Nur στη Δυτική Όχθη με 9.400 κατοίκους εκκενώθηκαν. Οι οικισμοί Gamin και Kadim οι οποίοι συμπεριλαμβάνονταν στην απεμπλοκή εκκενώθηκαν εθελοντικά, πριν από την έναρξη της αποχώρησης.

Πολλοί αποφάσισαν να αποχωρήσουν ειρηνικά αλλά τελικώς οι δυνα΄μεις ασφαλείας βρέθηκαν να συγκρούονται με όσους αρνήθηκαν να αποχωρήσουν. Η πιο βίαιη σύγκρουση της αποχώρησης έλαβε χώρα στην Amona καθώς χιλιάδες έποικοι και ακροδεξιοί ακτιβιστές συγκρούστηκαν με τις ΙΕΔ και την αστυνομία. Οι συμπλοκές τελείωσαν με 200 τραυματίες, από τους οποίους περί τους 80 ήσαν προσωπικό των δυνάμεων ασφαλείας και του MK Effie Eitam (Εθνικής Ένωσης).

Η απεμπλοκή θεωρήθηκε από τους Παλαιστινίους σαν ένδειξη ήττας του Ισραήλ και πραγματικής ισχύος της Χαμάς. Σύντομα ξεθώριασαν οι ελπίδες για εξομάλυνση των σχέσεων των δύο γειτονικών κοινοτήτων Εβραίων και Παλαιστινίων, καθώς η Χαμάς αύξησε τις επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ με σωρεία επιθέσεων με πυραύλους Qassam και με ρουκέτες στη Σντερότ, τις γειτονικές προς τη Γάζα κοινότητες και τη Δυτική Νέγκεβ.

Στις 21 Νοεμβρίου του 2005 ο Σαρόν ανακοίνωσε πως εγκαταλείπει το Λικούντ και πως προχωρά στη δημιουργία νέου κόμματος που θα του επιτρέψει ελευθερία κινήσεων προκειμένου να υλοποιήσει το πολιτικό του όραμα, και έτσι δημιουργήθηκα το Καντίμα.

Η κίνηση αυτή συγκλόνισε την Ισραηλινή πολιτική καθώς πολλές εξέχουσες προσωπικότητες προερχόμενες από όλο το πολιτικό φάσμα εντάχθηκαν στο νέο κόμμα: Οι Ehud Olmert, Tzipi Livni, Meir Sheetrit, Gideon Ezra, Avraham Hirschson, Roni Bar-On, Haim Ramon και Shimon Peres, για να αναφέρουμε κάποια ονόματα, προσήλθαν στο πλευρό του Σαρόν και το Καντίμα ήδη από την πρώτη ημέρα ίδρυσής του μονάχα αριθμούσε 150 μέλη συνιστώντας έτσι μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη.

Τον Ιανουάριο του 2006 Ο Αριέλ Σαρόν υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο και έκτοτε έπεσε σε κώμα. Ο αναπληρωτής του, Εχούντ Όλμερτ, ανέλαβε καθήκοντα πρωθυπουργού.

Τον Μάρτιο του 2006, το Καντίμα κέρδισε στις γενικές εκλογές, κέρδισε 29 έδρες στην Κνέσσετ και ο Εχούντ Όλμερτ έγινε Πρωθυπουργός του Ισραήλ.

Τον Σεπτέμβριο του 2008 ο Όλμερτ παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του εξαιτίας της πρωτοβουλίας της αστυνομίας να τον μηνύσει για διάφορες υποθέσεις διαφθοράς και ακολούθησε η εκλογή στην προεδρία του Καντίμα της μέχρι τότε Υπουργού Εξωτερικών Τζίπι Λίβνι.

Ο Όλμερτ αντικαταστάθηκε στην Πρωθυπουργία στις επόμενες εκλογές του 2009 από τον Μπινγιαμίν Νετανιάου.