του Δαυίδ Μωϋσή

24/12/2004

Διάβασα το άρθρο του κ. Θ. Τριαρίδη (ΘΤ) «Τα Άουσβιτς της Δυτικής Όχθης» στη «Μακεδονία», με κάποια καθυστέρηση. Διάβασα στη συνέχεια όλη τη σχετική αρθρογραφία πάνω στο θέμα αυτό από τη σελίδα του κ. Ζαν Κοέν, και ιδιαίτερα το άρθρο του ΘΤ με τίτλο «Ποιος προφέρει το παράγγελμα wstawac;». Τέλος, μπήκα στην ιστοσελίδα του ΘΤ και διάβασα όλα όσα έγραψε στη «Μακεδονία» σχετικά με τους εβραίους αλλά και με την ισραηλοπαλαιστινιακή διένεξη, μέχρι το (προς το παρόν) τελευταίο άρθρο «Για την ιερή μνήμη των Εβραίων που φύγανε».


Διαπίστωσα με ικανοποίηση ότι ο αντιισραηλινός τόνος του ΘΤ έχει αλλάξει αισθητά στη διάρκεια της αρθρογραφίας του. Αυτό οφείλεται, τουλάχιστον σε ένα βαθμό, σε παρεμβάσεις του κ. Κοέν και πιθανώς άλλων Ελληνοεβραίων. Η αλλαγή αυτή τιμά τον ΘΤ, που δείχνει με τον τρόπο αυτό ότι είναι ένας καλοπροαίρετος και ανοιχτός άνθρωπος, που έχει το θάρρος να παραδέχεται δημόσια τα λάθη του. Επί πλέον, από το σύνολο της αρθρογραφίας του ο ΘΤ προβάλλει ως ειλικρινής εχθρός του αντισημιτισμού και του ρατσισμού γενικότερα, τους οποίους πολεμά με συνέπεια από τις επιφυλλίδες της «Μακεδονίας». Ιδιαίτερα τον τιμούν οι προτάσεις που κάνει στο τελευταίο του άρθρο για τη διατήρηση της μνήμης των εβραίων της Θεσσαλονίκης που χάθηκαν.


Παρ’ όλα αυτά, ο ΘΤ εξακολουθεί να επιμένει σε δύο σημεία: (α) Στην ύπαρξη σχεδίου οργανωμένης γενοκτονίας των Παλαιστινίων από το Ισραήλ και (β) στη σύγκριση του Ολοκαυτώματος των εβραίων με την «εξόντωση» των Παλαιστινίων από το Ισραήλ και στη χρήση όρων όπως «Άουσβιτς» από την πρώτη στη δεύτερη.
Αυτό το άρθρο μου, που γράφεται με καλή πίστη, έχει σκοπό να δείξει στον ΘΤ και σε κάθε άλλο καλοπροαίρετο άνθρωπο που πρεσβεύει τα ίδια ότι: (α) Η αντίληψη περί οργανωμένης γενοκτονίας των Παλαιστινίων είναι αντικειμενικά εσφαλμένη και (β) Με την εμμονή του στις δύο παραπάνω θέσεις ο ΘΤ προάγει ακούσια τον αντισημιτισμό, τον οποίο συνειδητά και συστηματικά μάχεται.


Για να ερευνήσουμε αν είναι δόκιμη η σύγκριση της γενοκτονίας των εβραίων με την «εξόντωση» του παλαιστινιακού λαού από το Ισραήλ, θα εξετάσουμε τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δύο αυτών γεγονότων.
Ας ξεκινήσουμε με το Ολοκαύτωμα.


Πρώτον, όπως ο ίδιος ο ΘΤ επισημαίνει, το Ολοκαύτωμα δεν ήταν ιστορική διαστροφή, αλλά φυσική συνέπεια του αντιεβραϊκού μίσους που επί αιώνες διαπότιζε όλα τα στρώματα της ευρωπαϊκής κουλτούρας, από φιλοσόφους και συγγραφείς μέχρι τους αμόρφωτους χωρικούς. Η «εκσυγχρονισμένη» μορφή του αντιεβραϊσμού, ο ρατσιστικός αντισημιτισμός, που οδήγησε στο Ολοκαύτωμα, καλλιεργήθηκε στη Ευρώπη επί τουλάχιστον 100 χρόνια πριν. Εκφράστηκε με ένταση και συχνά με γενοκτονικά συνθήματα από πολλούς Ευρωπαίους διανοητές (Treitchke, Dühring), δημοσιογράφους (Marr, Drumont), καλλιτέχνες (Wagner), πολιτικούς (Lüger) και εν γένει διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Υιοθετήθηκε επίσημα από κυβερνήσεις (Ρωσία, Ρουμανία) και εκφράστηκε ισχυρά και από τις λαϊκές μάζες σε πογκρόμ (Ρωσία), συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις (Δ. Ευρώπη).


Δεύτερον, η γενοκτονία των εβραίων στράφηκε εναντίον όλων των εβραίων του Ράιχ, των κατεχομένων χωρών και των κρατών που βρίσκονταν υπό την επιρροή του. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι εβραίοι απειλούσαν πραγματικά το Ράιχ, που βρισκόταν σε πόλεμο με συγκεκριμένες μη εβραϊκές δυνάμεις. Οι εβραίοι αποτελούσαν έναν ιδεατό εχθρό στο μυαλό του Χίτλερ και των λοιπών εθνικοσοσιαλιστών.


Τρίτον, το Ολοκαύτωμα ήταν μία προσχεδιασμένη επιχείρηση, που οργανώθηκε από τη γραφειοκρατία του Ράιχ, και στην οποία συνεργάστηκε όλος ο πολιτικός και στρατιωτικός μηχανισμός του κράτους, που είχε κάποιο ρόλο να παίξει. Μετά τη σύνοδο του Wansee, τον Ιανουάριο του 1942, το Ράιχ άφησε οριστικά πίσω του τις αρχικές αμήχανες διώξεις των εβραίων, με σποραδικούς εγκλεισμούς σε στρατόπεδα εργασίας, εξαναγκασμό σε αποδημία, το πογκρόμ της Kristallnacht και τις αποτελεσματικές αλλά ασυντόνιστες ομαδικές εκτελέσεις. Προχώρησε αποφασιστικά στη συστηματική εξόντωση του συνόλου του εβραϊκού πληθυσμού, μέσω ενός καλά οργανωμένου σχεδίου, που περιλάμβανε καταγραφή των εβραίων, αποπροσανατολισμό τους με αποσπασματικά και σκόπιμα αντικρουόμενα μέτρα, αιφνιδιαστική επιχείρηση σύλληψής τους, αποστολή σε στρατόπεδα θανάτου, κατάσχεση της περιουσίας τους, μαζική θανάτωσή τους με αέριο και καύση των πτωμάτων τους.


Τέταρτον, το Άουσβιτς, το σύμβολο του Ολοκαυτώματος, ήταν το σημαντικότερο από τα πολλά στρατόπεδα θανάτου που δημιουργήθηκαν ειδικά γι’ αυτό το σκοπό. Η καταναγκαστική εργασία στο Μπιρκενάου και σε άλλα στρατόπεδα αυτού του είδους, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους εβραίους, δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει από τον κύριο σκοπό των ναζί που ήταν η φυσική καταστροφή του εβραϊκού πληθυσμού. Το γεγονός ότι τα στρατόπεδα θανάτου λειτούργησαν σε κάποιο βαθμό και ως στρατόπεδα εργασίας είναι μια «διαστροφή», που οφείλεται στην απληστία των ναζί, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν στο βαθμό του δυνατού και την πολεμική προσπάθεια, παράλληλα με την εφαρμογή της τελικής λύσης.
Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων έχει πολλά χαρακτηριστικά μοναδικά στην ιστορία. Ωστόσο δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία γενοκτονία που συντελέστηκε. Χωρίς να θέλω να είμαι εξαντλητικός θα αναφέρω τις γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ελλήνων του Πόντου (που προηγήθηκαν του εβραϊκού Ολοκαυτώματος), τη γενοκτονία που εφάρμοσαν οι Χμερ Ρουζ στην Καμπότζη εναντίον του ίδιου τους του λαού και, πιο πρόσφατα, τη γενοκτονία των Τούτσι από τους Χούτου στην Αφρική. Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που διακρίνουν αυτές τις γενοκτονίες από άλλες «σφαγές» είναι ο προσεκτικός σχεδιασμός και η συστηματική εφαρμογή τους «εν ψυχρώ» από το κράτος ή με την ενθάρρυνσή του σε ένα πολύ μεγάλο πληθυσμό, κατά κανόνα αμάχων, που αντικειμενικά δεν απειλεί την ασφάλεια του κράτους. Τυχόν βιαιοπραγίες, διαστροφές και άλλες «παρεκτροπές» που αποδίδονται σε ανθρώπινες αδυναμίες συνέβησαν σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά δεν πρέπει να αποπροσανατολίζουν από τα ουσιώδη αυτά στοιχεία.


Ας εξετάσουμε τώρα την περίπτωση του Ισραήλ και των Παλαιστινίων.


Πρώτον: Η εβραϊκή διανόηση, δημοσιογραφία και πολιτική δεν εκφράζουν ρατσιστικές απόψεις για τους Παλαιστινίους ή τους Άραβες γενικότερα. Τυχόν αντιαραβική ρητορεία ρατσιστικού τύπου είναι σποραδική και δεν εκφράζει σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης των εβραίων, ούτε των Ισραηλινών, και σίγουρα όχι την επίσημη άποψη του Ισραήλ. Δεν υπάρχει συνεπώς «διανοητική προετοιμασία» μιας γενοκτονίας των Παλαιστινίων. [Εδώ μπορεί κανείς να προβάλει ως «μόνιμο» ρατσισμό την περίφημη θεωρία περί περιούσιου λαού. Αν εξετάσει κανείς την ιστορία, θα δει ότι η εφαρμογή της θεωρίας αυτής ήταν πάντα εσωστρεφής. Η αντίληψη αυτή, στο βαθμό που και οι ίδιοι οι εβραίοι την έπαιρναν στα σοβαρά, τους έδωσε τη δύναμη να αντιμετωπίσουν διώξεις και κάθε λογής αντιξοότητες επί πολλούς αιώνες, και να παραμείνουν πιστοί στις παραδόσεις και το πολιτιστικό τους σύστημα. Με άλλα λόγια, η αίσθηση ότι είναι ο περιούσιος λαός ήταν πάντοτε εσωτερική υπόθεση των εβραίων, που δεν την πρόβαλλαν στους άλλους λαούς και δεν επηρέαζε την προς τα έξω συμπεριφορά τους.]


Δεύτερον: Ανάμεσα στο Ισραήλ και τους Παλαιστινίους υπάρχει μια ανοιχτή σύγκρουση. Στη σύγκρουση αυτή διακυβεύονται συγκεκριμένα εδάφη, αλλά και πιο θεμελιώδη θέματα, όπως το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει ως κράτος, το δικαίωμα των Παλαιστινίων να έχουν ανεξάρτητο κράτος, το δικαίωμά τους να επιστρέψουν στα εδάφη όπου κατοικούσαν προ του 1948, η ειρήνη ανάμεσα στους δύο λαούς. Το Ισραήλ και οι Παλαιστίνιοι (όπως εκφράζονται από την «εκλεγμένη» ηγεσία τους) έχουν σαφώς διαφορετικές απόψεις στα ζητήματα αυτά. Η σύγκρουση κατά περιόδους λαμβάνει τη μορφή πολέμου. Αυτό έγινε σίγουρα από τη στιγμή που ξεκίνησε η δεύτερη ιντιφάντα, που δεν περιορίστηκε σε ειρηνικές διαδηλώσεις και λιθοβολισμούς, αλλά περιλάμβανε ένοπλη δράση και κυρίως τρομοκρατικές ενέργειες με θύματα αθώους μέσα στο Ισραήλ.

Εκτός από τα ανθρώπινα θύματα, ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επίδραση της τρομοκρατίας στην οικονομία του Ισραήλ καθώς και στο ηθικό των πολιτών του, καθώς κυριαρχούσε ένα κλίμα ανασφάλειας, πρωτόγνωρο στο Ισραήλ. Ο κυριότερος αυτουργός της τρομοκρατίας ήταν η Χαμάς, μια κοινωνική, θρησκευτική, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση με επιρροή σε σημαντικό τμήμα του παλαιστινιακού λαού. Η Χαμάς αρνείται το δικαίωμα ύπαρξης του κράτους του Ισραήλ και, κατά συνέπεια, οποιαδήποτε συμφωνία μαζί του. Η Παλαιστινιακή Αρχή υπό τον Αραφάτ δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να καταστείλει την εγκληματική δραστηριότητα της Χαμάς εναντίον του Ισραήλ. Με βάση τα παραπάνω, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανένα λογικό άνθρωπο ότι το Ισραήλ βρίσκεται (ή βρισκόταν μέχρι προ τινος) σε πόλεμο και ότι συγκεκριμένες ομάδες Παλαιστινίων (που έχουν την υποστήριξη τμήματος του πληθυσμού) αποτελούν πραγματικό – και όχι κατά φαντασίαν ή δυνητικό – εχθρό του Ισραήλ, που απειλεί ποικιλοτρόπως την ασφάλεια και την ειρήνη της χώρας.


Τρίτον: Κανένα κράτος δεν θα μπορούσε να παραμείνει αδρανές μπροστά σε μια τέτοια απειλή. Δεδομένου του μεγέθους της απειλής αλλά και της πίεσης για δράση, μπορεί να πει κανείς ότι οι ενέργειες του Ισραήλ χαρακτηρίζονταν από αυτοσυγκράτηση. Το Ισραήλ δεν άρχισε να συλλαμβάνει Παλαιστινίους αδιακρίτως και να τους εκτελεί ή να τους κλείνει σε στρατόπεδα ούτε βομβάρδισε «τυφλά» κατοικημένες περιοχές. Σκοπός κάθε δράσης του ήταν ο περιορισμός της επιχειρησιακής ικανότητας του (ένοπλου) εχθρού.

Οι στοχευμένες δολοφονίες κατά των ηγετών της Χαμάς και άλλων παλαιστινιακών οργανώσεων που πολεμούσαν το Ισραήλ επιχείρησαν την εξόντωση των συγκεκριμένων ανθρώπων που οργάνωναν τις τρομοκρατικές επιθέσεις, αποφεύγοντας μεγάλες απώλειες αμάχων. Παρ’ όλα αυτά, με υποκρισία, μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης καταδίκασε την πρακτική αυτή, που θα έπρεπε να είναι αποδεκτή, τουλάχιστον στη σύλληψή της. Δυστυχώς, η πρακτική αυτή είχε μέτριο βαθμό επιτυχίας, διότι σκοτώθηκαν και αρκετοί άμαχοι Παλαιστίνιοι. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονταν και οι χερσαίες επιχειρήσεις στα παλαιστινιακά εδάφη, που είχαν σκοπό την καταστροφή κτηρίων που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή όπλων ή γενικά για την προπαρασκευή επιθέσεων εναντίον του Ισραήλ.

Παράλληλα, η καταστροφή των σπιτιών των τρομοκρατών και ο παροδικός περιορισμός της ελευθερίας μετακίνησης – και άρα εργασίας – ομάδων Παλαιστινίων συνιστούσαν οικονομική πίεση, με σκοπό τη δημιουργία συνείδησης σε επίδοξους τρομοκράτες ότι η τρομοκρατική δραστηριότητα κατά του Ισραήλ έχει συνέπειες στις οικογένειές τους και στο λαό τους γενικότερα. Είναι αξιοπρόσεκτος ο ήπιος χαρακτήρας των «αντιποίνων», καθώς η αντίδραση του Ισραήλ στις τυφλές δολοφονίες αμάχων ήταν συνήθως οικονομικής φύσεως πίεση.


Τέταρτον: Το Ισραήλ ουδέποτε έστησε στρατόπεδα θανάτου, στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας ή οποιοδήποτε άλλο μηχανισμό μαζικής εξόντωσης του παλαιστινιακού λαού. Επίσης δεν είναι πρακτική του ισραηλινού στρατού να πυροβολεί εν ψυχρώ αμάχους παλαιστινίους. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις του κατά των Παλαιστινίων σχεδιάζονται λαμβάνοντας υπόψη τον περιορισμό των αμάχων θυμάτων στο βαθμό του δυνατού. Η συντριπτική πλειοψηφία των απωλειών Παλαιστινίων αμάχων συνέβησαν κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων που περιλάμβαναν εμπλοκή με ένοπλους Παλαιστινίους. Είναι σε όλους γνωστό ότι στη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων η κύρια μέριμνα του στρατιώτη είναι η ασφάλεια η δική του και των συντρόφων του και η επίτευξη του στόχου. Η μεγαλύτερη απόδειξη της βούλησης του Ισραήλ να περιορίσει τις απώλειες αμάχων (και από τις δύο πλευρές) είναι η κατασκευή του τείχους ασφαλείας. Το τείχος αυτό, που σκοπό δεν έχει να κλείσει τους Παλαιστινίους μέσα, όπως τα τείχη των εβραϊκών γκέτο, αλλά να τους κλείσει απ’ έξω ώστε να σταματήσουν οι δολοφονικές επιθέσεις, αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικό, περιορίζοντας σχεδόν στο μηδέν τις επιθέσεις αυτοκτονίας – και τις επιθέσεις αντιποίνων –στις περιοχές όπου κατασκευάστηκε. Παρ’ όλα αυτά, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη έσπευσε και πάλι με υποκρισία να το καταδικάσει, γιατί δήθεν ταπεινώνει τους Παλαιστινίους.


Μπορεί κανείς να κατηγορήσει το Ισραήλ για τον εποικισμό περιοχών που δεν του ανήκαν, ενέργεια που δυσχεραίνει σήμερα την επίλυση του προβλήματος. Επίσης δέχομαι ότι οι Ισραηλινοί δεν είναι ένας λαός αγγέλων, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται σε πόλεμο. Σε αυτό τον πολύχρονο πόλεμο υπήρξαν σίγουρα περιπτώσεις που ισραηλινοί στρατιώτες επέδειξαν υπερβάλλοντα ζήλο. Υπήρξαν περιπτώσεις που άμαχοι Παλαιστίνιοι κακοποιήθηκαν ή δολοφονήθηκαν αναίτια, χωρίς περίσκεψη ή ακόμη και εν ψυχρώ. Υπήρξαν ενδεχομένως περιπτώσεις που Παλαιστίνιοι κρατούμενοι βασανίστηκαν ή δολοφονήθηκαν στις φυλακές. Υπήρξαν υπερβάσεις σε διαταγές ή στην εκτέλεσή τους και μειωμένη ευαισθησία στις απώλειες αμάχων (όπως ενδεχομένως στη Τζενίν). Υπήρξαν εγκληματικές παραβλέψεις, όπως στη Σάμπρα και τη Σατίλα, όπου οι Ισραηλινοί θα έπρεπε να έχουν προστατέψει τους Παλαιστινίους από τους φαλαγγίτες δολοφόνους τους. Και σε κάποιες περιπτώσεις η ισραηλινή δικαιοσύνη επέδειξε ανεκτικότητα στη διερεύνηση και τιμωρία τέτοιων παρεκτροπών.


Οι παρεκτροπές αυτές όμως, στο βαθμό που συμβαίνουν, είναι σποραδικές και δεν εκφράζουν την πολιτική του Ισραήλ. Επί πλέον οι παρεκτροπές αυτές, που παρόμοιες συμβαίνουν σε κάθε πόλεμο, αιτιολογούνται – και βεβαίως δεν δικαιολογούνται – από το φανατισμό της σύγκρουσης, καθώς κάθε ισραηλινός έχει χάσει τουλάχιστον ένα συγγενή ή αγαπημένο πρόσωπο σε τρομοκρατική επίθεση.


Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι τόσο οι στόχοι του Ισραήλ όσο και οι ενέργειές του ουδεμία σχέση έχουν με τους στόχους και τις ενέργειες των Γερμανών κατά των εβραίων στην κατεχόμενη Ευρώπη. Και βέβαια, δεν υπάρχει οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης των Παλαιστινίων.


Ας δούμε και τους αριθμούς. Οι Γερμανοί, κάτω από συνθήκες γενικού πολέμου, εξόντωσαν σε περίπου τεσσεράμισι χρόνια έξι εκατομμύρια εβραίους, διασκορπισμένους σε όλη την Ευρώπη. Το Ισραήλ έχει τον έλεγχο των παλαιστινιακών εδαφών από το 1967. Υπήρχαν τότε περίπου 1.000.000 Παλαιστίνιοι, συγκεντρωμένοι σε δύο μικρές περιοχές. Αν υπήρχε οργανωμένο σχέδιο φυσικής εξόντωσης των Παλαιστινίων, στα 37 χρόνια που πέρασαν υπήρξαν περίοδοι που το Ισραήλ είχε πολιτικά τη δυνατότητα να το εφαρμόσει. Το γεγονός είναι ότι ο παλαιστινιακός πληθυσμός των δύο αυτών περιοχών έχει τριπλασιαστεί στην περίοδο αυτή (μπορεί να συγκρίνει κανείς με τη μηδενική αύξηση της περιόδου 1948-67, όταν η Δυτική Όχθη και η Γάζα ήταν υπό ιορδανική και αιγυπτιακή κατοχή αντίστοιχα), ενώ το προσδόκιμο επιβίωσης αυξήθηκε από 45 έτη το 1970 σε 72 το 2000. Παράδοξα αποτελέσματα της εφαρμογής ή έστω της προετοιμασίας εφαρμογής ενός οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης…


Αν πάλι το υποτιθέμενο σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή με την έναρξη της δεύτερης ιντιφάντα, το 2000, μέχρι σήμερα θα είχαμε δει κάποια σημάδια της εφαρμογής του, κάποια απτά αποτελέσματά του. Στα 4 χρόνια που πέρασαν σκοτώθηκαν όχι περισσότεροι από 3.300 Παλαιστίνιοι (μαχητές, τρομοκράτες και άμαχοι). Όσο και αν είναι μεγάλος ο αριθμός αυτός για μια τετραετία, είναι μικρότερος από τον αριθμό των εβραίων που δολοφονούσαν οι Γερμανοί στο Άουσβιτς μέσα σε μία μέρα. Αν πραγματικά υπάρχει οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης, φαίνεται ότι οι Ισραηλινοί είναι ιδιαίτερα αναποτελεσματικοί στην εφαρμογή του! Ταυτόχρονα, βλέπουμε σήμερα τον πιο σκληρό ηγέτη του Ισραήλ έτοιμο να προχωρήσει σε αποχώρηση από μέρος των παλαιστινιακών εδαφών και να διαπραγματευθεί την ειρήνη με μετριοπαθείς Παλαιστινίους.


Συμπέρασμα: Το Ισραήλ ασκεί βία κατά των Παλαιστινίων. Η βία αυτή εντάσσεται στο συνολικό φαύλο κύκλο της βίας στην περιοχή και συνεπώς, κατά την προσωπική μου άποψη, δεν είναι περισσότερο αδικαιολόγητη από αυτή που ασκούν οι Παλαιστίνοι κατά του Ισραήλ. Και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι πραγματοποιείται, ότι προετοιμάζεται ή ότι επίκειται γενοκτονία των Παλαιστινίων από το Ισραήλ. Κατανοώ βεβαίως ότι σ’ αυτό το θέμα υπάρχουν και απόψεις που θεωρούν ότι η βία που ασκεί το Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων είναι ασύμμετρη και κρίνουν το Ισραήλ πολύ πιο αυστηρά, και σέβομαι το δικαίωμα να φωνάζει κανείς για παύση ή περιορισμό αυτής της βίας.


Αυτό όμως που δεν έχει δικαίωμα να πιστεύει – και πολύ λιγότερο να διακηρύσσει – κανένας λογικός άνθρωπος είναι ότι υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στις πρακτικές του Ισραήλ και αυτές των ναζί. Από τα στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω φαίνεται ο παραλογισμός αυτής της σύγκρισης. Είναι τέτοιος που αισθάνομαι ότι έγραψα ένα μακροσκελές άρθρο για να αποδείξω το προφανές. Εξ άλλου και σεις ο ίδιος παραδέχεστε την «προφανή ιστορική αναντιστοιχία». Όμως, ως μελετητής της ιστορίας, γνωρίζετε ότι η αντιστοίχιση αναντίστοιχων καταστάσεων είναι μια επικίνδυνη πρακτική, καθώς οι επιπτώσεις των εντυπώσεων που δημιουργεί δεν μπορούν να ελεγχθούν. Τα πράγματα είναι καλό να λέγονται με το όνομά τους: Η γενοκτονία είναι γενοκτονία και η πολεμική βαρβαρότητα πολεμική βαρβαρότητα.


Η θεωρία του οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης των Παλαιστινίων θυμίζει επικίνδυνα εκείνη της παγκόσμιας εβραϊκής συνομωσίας για την κυριαρχία του κόσμου, που παρουσιάζεται στα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών». Ανήκουν και οι δύο εξ ίσου στη σφαίρα της φαντασίας και των θεωριών συνομωσίας. Είναι το ίδιο αναπόδεικτες. Προωθούνται σκόπιμα από αντισημιτικούς κύκλους, που γνωρίζουν πολύ καλά πώς να απευθύνονται στο θυμικό και όχι στη λογική των ανθρώπων. Δυστυχώς, πολλοί καλοπροαίρετοι άνθρωποι πέφτουν θύματά τους.


Η αναφορά σε «Άουσβιτς της Δυτικής Όχθης» και η εφαρμογή άλλων όρων από το Ολοκαύτωμα των εβραίων στην τραγωδία του παλαιστινιακού λαού αποτελεί ύβρη προς τους εβραίους όλου του κόσμου. Όχι γιατί συντασσόμαστε πλήρως με την πολιτική του Ισραήλ (κάθε εβραίος έχει τις απόψεις του) ούτε γιατί θεωρούμε ότι η γενοκτονία μας είναι η μοναδική στον κόσμο. Αλλά γιατί η σημασία του Ολοκαυτώματος ευτελίζεται στη σύγκρισή του με κάτι εντελώς άσχετο. Και γιατί η παράλογη αυτή σύγκριση δαιμονοποιεί το Ισραήλ και, στη συνέχεια, ενεργοποιεί τον αντισημιτισμό, διακηρύσσοντας τη συλλογική ευθύνη της «πλειοψηφίας των Εβραίων της Δύσης που σιωπεί» (sic). η αντίληψη αυτή της συλλογικής ευθύνης βρίσκεται στη βάση κάθε μορφής ρατσισμού.


Με το μηχανισμό αυτό, η νέα αβάσιμη κατηγορία της «γενοκτονίας των Παλαιστινίων από το Ισραήλ με τη σιωπηρή συνενοχή όλων των εβραίων του κόσμου» έχει παραλάβει τη σκυτάλη του αντισημιτισμού από τις κατηγορίες του παρελθόντος (κατηγορία του αίματος, παγκόσμια σιωνιστική συνομωσία), των οποίων είναι καθ’ όλα αντάξια. Η πρόσφατη έξαρση του αντισημιτισμού στην Ευρώπη είναι αποτέλεσμα όχι της πολιτικής του Ισραήλ καθ’ εαυτής αλλά του τρόπου με τον οποίο αυτή, έντεχνα διαστρεβλωμένη, παρουσιάζεται από ομάδες οργανωμένων συμφερόντων και στη συνέχεια προβάλλεται ακούσια από καλοπροαίρετους πλην απληροφόρητους ευαίσθητους εβραιόφιλους.