Jpost Κυριακή 05.07.2015
Amotz Asa-El

Κατά σύμπτωση, η ελληνική χρεοκοπία συνέπεσε χρονικά με την επέτειο του οικονομικού σχεδίου του 1985 που έσωσε το Ισραήλ από μια παρόμοια μοίρα. Τι έκανε σωστά ο Σιμόν Πέρες και πού κάνουν λάθος οι Έλληνες;

Το αρχαίο Ισραήλ θα μπορούσε να μην έχει χάσει ποτε τη γη του αν δεν είχε χωριστεί σε αντίπαλα βασίλεια.

Εκείνη η αποτυχία της ένωσης θα ήταν λιγότερο ενδιαφέρουσα, αν δεν είχε ακολουθήσει εκείνος ο αιώνας μετά την πτώση της βιβλικής Ιερουσαλήμ - στην Ελλάδα.

Βλέποντας χίλια εχθρικά πλοιάρια να καταφτάνουν στις ακτές τους, σε ό, τι εξακολουθεί να θεωρείται ως η μεγαλύτερο ασιατική εισβολή στην Ευρώπη, οι συνήθως απομονωμένοι ο ένας από τον άλλο Έλληνες ένωσαν τις δυναμεις τους. Έχοντας ως επικεφαλής τους ανταγωνιστές αρχηγούς τους, η Σπάρτη και η Αθήνα, και οι κατά πολύ λιγότεροι σε αριθμό Έλληνες, αντιμετώπισαν τους Πέρσες εισβολείς στη θάλασσα και στην ξηρά, και παρόλο που υπέστησαν πολλές δυσκολίες, συμπεριλαμβανομένης και της πυρπόλησης της Αθήνας, τελικά νίκησαν.

Κατά ειρωνικό τρόπο, αυτό το προηγούμενο είναι το αντίθετο της σημερινής απάντησης της Ελλάδα απέναντι στην κρίση, ενώ το αρχαίο Ισραήλ υπήρξε το αντίθετο του σύγχρονου Ισραήλ, όπως το τελευταίο χειρίστηκε την κατάσταση πριν από 30 χρόνια.

Όχι, το  ζήτημα δεν ήταν οι στρατιωτικές εισβολές˙ η προοπτική, όμως, του οικονομικού θανάτου ήταν παρούσα - και στην περίπτωση της Ελλάδας παραμένει ακόμα. Παρότι τα οικονομικά ζητήματα ήταν πολύ διαφορετικά, και οι δύο κρίσεις αφορούσαν την απώλεια των συναλλαγματικών αποθεμάτων και ατέλειωτη πολιτική παράλυση, γεγονός που έφερε το εβραϊκό κράτος στο χείλος μιας παρόμοιας πτώχευσης, με αυτήν στην οποία έφτασε και η Ελλάδα αυτήν την εβδομάδα.

Ήταν εκεί, στην πολιτική σφαίρα, που το Ισραήλ έκανε αυτό που οι Έλληνες θα έπρεπε να μιμηθούν, για να σώσουν την αξιοπρέπεια και την ελπίδα τους.

Η οικονομική κρίση του Ισραήλ ήταν για πολλούς λόγους η αντιστροφή της ελληνικής κατάστασης. Καθώς στην Ελλάδα το πρόβλημα ήταν ότι με την ένταξη στο ευρώ η χώρα έχανε την ικανότητα να τυπώνει χρήμα, το πρόβλημα του Ισραήλ ήταν ότι οι πολιτικοί της είχαν την άδεια να τυπώνουν όσο χρήμα επιθυμούσαν.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα έχει ύφεση, ενώ το Ισραήλ είχε υπερπληθωρισμό.

Η έλλειψη νομισματικής κυριαρχίας είναι το πλαίσιο εντός του οποίου το ΑΕΠ στην Ελλάδα βυθίστηκε κατά 25 τοις εκατό και η ανεργία εκτινάχθηκε στο 25%, ενώ το χρέος εκτινάχθηκε σε ύψη που φτάνουν πάνω από το ένα τέταρτο τρισεκατομμυρίου δολάρια. Αν Αθήνα είχε τη δυνατότητα να ασκεί έλεγχο επί του νομίσματός της, θα μπορούσε να το υποτιμήσει, να τυπώσει, να μειώσει τα επιτόκια και έτσι να δημιουργήσει κίνητρα για εξαγωγές.

Στην περίπτωση του Ισραήλ, η δυνατότητα των πολιτικών να τυπώνουν χρήμα, τους έκανε να χρησιμοποιήσουν αυτό το εργαλείο σε τέτοιο βαθμό, που έφτασε η οικονομία να κατακλύζεται από μετρητά, γεγονός που με τη σειρά του οδήγησε τους εμπόρους και τα καταστήματα να αυξάνουν ασταμάτητα τις τιμές, σε τέτοιο βαθμό που σαν σήμερα πριν από 30 χρόνια ο πληθωρισμός ανήλθε στο 415% .

Η κρίση στο Ισραήλ ήταν διαφορετική και για άλλους λόγους. Η φοροδιαφυγή στο Ισραήλ δεν ήταν τόσο σοβαρή όσο στην Ελλάδα˙ η ανεργία ήταν χαμηλή˙ η ανάπτυξη, παρότι στάσιμη, δεν ήταν αρνητική˙ και, τέλος, το Ισραήλ δεν απέτυχε ποτέ να αποπληρώσει δάνειο.

Επιπλέον, καθώς η κρίση στο Ισραήλ ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των πολέμων, η κρίση στην Ελλάδα είναι αποτέλεσμα της ειρήνης της, της χιλιετούς ευφορίας που έκανε πολλές πλούσιες χώρες να μοιράζονται απλόχερα το νόμισμά τους με μια φτωχότερη αδελφή χώρα η οποία δεν θα μπορούσε να το αντέξει οικονομικά.

Το αποτέλεσμα ήταν μια ελληνική αποτυχία να τηρήσει τους οικονομικούς όρους εκείνου του exclusive club, γεγονός που ακολουθήθηκε από τον αχαλίνωτο δανεισμό από εύκολα προσβάσιμες πιστώσεις,  διαφθορά και σπατάλες, κατασκευή οικονομικών στοιχείων, καθώς και την απώλεια της ικανότητας αποπληρωμής παλαιών δανείων μέσω της λήψης νέων δανείων.

Έτσι φτάσαμε στην κρίση χρέους που έκανε τους πιστωτές να επιβάλουν μέτρα λιτότητας και που τώρα κάνουν τους Έλληνες να αισθάνονται ως χώρα υπό αποικιοποίηση, καθώς ψηφίζουν την Κυριακή για το αν θα δεχθούν περισσότερα μέτρα ως αντάλλαγμα για την παροχή οικονομικού οξυγόνου.

Με λίγα λόγια, οι Έλληνες πήγαν στο κρεβάτι με μια πλούσια γυναίκα και ξύπνησαν δίπλα σε έναν τοκογλύφο.

Αντιθέτως, η κρίση στο Ισραήλ προήλθε όχι από πάρα πολλή αγάπη, αλλά από πάρα πολύ πόλεμο, καθώς οι κρίσεις του 1973 και του 1982 οδήγησαν σε υπέρμετρες αμυντικές δαπάνες.

Ναι, όπως και η Ελλάδα, το Ισραήλ είχε το 1985 συσσωρευμένα χρέη που ήταν ίσα με περισσότερο από δύο φορές ολόκληρη την οικονομία του, και το Ισραήλ του 1985 κυριαρχείτο σε μεγάλο βαθμό από τον δημόσιο τομέα, ο οποίος περιελάμβανε περίπου τα τρία τέταρτα της οικονομίας. Ωστόσο, στην περίπτωση του Ισραήλ δεν υπήρχε κάτι αντίστοιχο με το ένα τέταρτο τρισεκατομμυρίου ευρώ των πακέτων διάσωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ενίσχυσαν την Ελλάδα. 

Η οικονομική αναλογία, λοιπόν, είναι στην καλύτερη περίπτωση εσφαλμένη, εκτός, όμως, από την πιο σημαντική πτυχή της: Την πολιτική.

Η ειδική συνεδρία για την οποία ο πρωθυπουργός Σιμόν Πέρες συγκάλεσε το υπουργικό συμβούλιο το πρωί της Δευτέρας, 30 Ιουνίου του 1985, ξεκίνησε στις 09:30 π.μ. και τελείωσε εννέα το πρωί της Τρίτης, 1 Ιουλίου.

Οι υπουργοί σκούπιζαν τα μάτια τους και έπνιγαν τα χασμουρητά τους, απαιτώντας την αναβολή της συνάντησης, αλλά ο Πέρες δεν επρόκειτο να υποχωρήσει.

"Αυτή η συνάντηση είτε θα τελειώσει με αποφάσεις ή θα μας αποτελειώσει εμάς», είπε λακωνικά, όπως αποκαλύπτει το  πρωτόκολλο που αποχαρακτηρίστηκε αυτήν την εβδομάδα.

"Αυτή είναι η καλύτερη ώρα για αποφάσεις», ισχυρίστηκε, «την περιμένω εδώ και πολύ καιρό."

Και όντως αποφάσισαν.

Έχοντας αναθέσει κρυφά σε μια ομάδα Ισραηλινών και Αμερικανών οικονομολόγων την εκπόνηση ενός συνολικού προγράμματος μεταρρύθμισης, ο Πέρες επιβλήθηκε στο υπουργικό του συμβούλιο και κατάφερε αυτό που αργότερα εξυμνήθηκε ως μία από τις λαμπρότερες οικονομικές ηγεσίες που επέδειξαν ποτέ πολιτικοί αρχηγοί.

Όταν η συνάντηση ολοκληρώθηκε, ανακοινώθηκε ότι θα απαγορευόταν δια νόμου στην Τράπεζα του Ισραήλ να τυπώνει χρήματα για να χρηματοδοτεί τα ελλείμματα της κυβέρνησης˙ ότι τα επιτόκια θα ρυθμίζονταν ανεξάρτητα από την Τράπεζα του Ισραήλ˙ ότι οι επιδοτήσεις για τα τρόφιμα και τις δημόσιες μεταφορές είχαν ως επί το πλείστον καταργηθεί˙ ότι η κυβέρνηση θα προέβαινε σε περικοπή των δαπανών κατά 5%˙  ότι θα προχωρούσαν σε υποτίμηση του (παλιού) σέκελ κατά 18,8%˙ ότι θα πάγωναν οι προσλήψεις στον δημόσιο τομέα˙  ότι οι τιμαριθμικές αναπροσαρμογές των μισθών σε συνεννόηση με τα συνδικάτα θα ακυρώνονταν, γεγονός που μείωσε σημαντικά τους μισθούς των περισσότερων Ισραηλινών˙ ότι θα γίνονταν περικοπές σε σωρεία εισαγωγικών δασμών ˙ και ότι οι τιμές των καταναλωτικών προϊόντων θα πάγωναν για έξι μήνες, όπως όριζε σχετικά το ειδικό διάταγμα.

Η ενισχυμένη σε εξουσία Τράπεζα του Ισραήλ αύξησε τα επιτόκια, οι πωλητές σταμάτησαν τις αυξήσεις  τιμών, το καταναλωτικό κοινό έκοψε τα ξεφαντώματα, και το σέκελ σταμάτησε να τυπώνεται κατά βούληση, και υποτιθέμενη  αξία.

Ο πληθωρισμός σύντομα έπεσε στο 20% και, μισό χρόνο αργότερα, τρία μηδενικά σβήστηκαν από το σέκελ, αφού αντικαταστάθηκε από το νέο σέκελ.

Το σχέδιο δεν ήταν πανάκεια. Η ανεργία άρχισε να αυξάνεται˙ το  ΑΕΠ θα χρειαζόταν αρκετά ακόμη χρόνια για να αρχίσει να αυξάνεται˙ ο μεγαλύτερος εργοδότης στο Ισραήλ, η εταιρεία χαρτοφυλακίου Koor, οδηγήθηκε σε πτώχευση και αργότερα πωλήθηκε, ενώ απέλυσε χιλιάδες˙ το project Lavie ακυρώθηκε˙ και ο πληθωρισμός δεν θα υποτασσόταν πλήρως παρά μόνο μετά τη θητεία του Jacob Frenkel ως Διοικητή της Τράπεζας του Ισραήλ κατά την επόμενη δεκαετία.

Ακόμα κι έτσι, όμως, η καταστροφή είχε αποφευχθεί.

Αυτό που ξεκίνησε το 1985 δεν ήταν παρά η αρχή μιας μακροχρόνιας απομάκρυνσης από τη σοσιαλιστική κληρονομιά των  ιδρυτών του Ισραήλ, ένα ταξίδι που αργότερα τονίστηκε από τη μεταρρύθμιση της υγειονομικής περίθαλψης του Γιτζάκ Ράμπιν το 1994, η οποία έληξε τον στραγγαλισμό του εν λόγω κλάδου από τη Χισταντρούτ, και στη συνέχεια από τις μεταρρυθμίσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου το 2003, που μείωσε τους φόρους και τις κοινωνικές δαπάνες, αύξησε την ηλικία συνταξιοδότησης, ανεξαρτητοποίησε τη βιομηχανία μακροπρόθεσμων καταθέσεων από τις τράπεζες και τα συνδικάτα, αποσυνέδεσε τους θαλάσσιους λιμένες, και πούλησε έναν αριθμό-ρεκόρ κρατικών εταιρειών.

Ωστόσο, τίποτε από αυτά δεν θα είχε συμβεί, αν δεν είχαν προηγηθεί τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1985, καθώς και αυτά με τη σειρά τους δεν θα είχαν συμβεί, αν οι πολιτικοί του Ισραήλ δεν είχαν αντιμετωπίσει την κατάσταση όπως έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες, όταν είδαν έναν εχθρικό στόλο να κατακλύζει τη θάλασσα τους.

Ο Πέρες δεν θα είχε επινοήσει ή «περάσει» το σχέδιό του χωρίς τη συνεργασία του τότε υπουργού Οικονομικών του, του μέλους του Λικούντ Γιτζχάκ Μοντάι. Μαζί, οι δύο άνδρες, έβγαλαν από τη μέση τα κύρια πολιτικά εμπόδια που εναντιώνονταν στο σχέδιό τους: Ο Πέρες, ως ηγέτης του Εργατικού Κόμματος, επιβλήθηκε απέναντι στα συνδικάτα, ενώ ο Μοντάι παρέδωσε τους λαϊκιστές του Λικούντ, με επικεφαλής τον τότε υπουργό Στέγασης Νταβίντ Λεβί.

Ο Μοντάι, ένας πλούσιος κατασκευαστής καλλυντικών, δεν ήταν ποτέ φίλος με τον Πέρες, ο οποίος, μάλιστα, αργότερα απομάκρυνε τον Μοντάι. Ούτε ο Πέρες ήταν φίλος με τον Σαμίρ, ο οποίος αργότερα απομάκρυνε τον Πέρες. Αλλά στην κρίσιμη στιγμή, όταν ατένιζαν την οικονομική άβυσσο, όλοι έκαναν αυτό που έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες όταν έβλεπαν να πλησιάζουν τα πλοία του εχθρού: Πάλεψαν μαζί. Οι πολιτικοί του Ισραήλ αντιλήφθηκαν ότι η κρίση τους ήταν τόσο σοβαρή που έπρεπε να βάλουν στην άκρη τις διαφορές τους, τις αντιπαλότητές τους, και την αμοιβαία απέχθεια, αλλιώς δεν θα είχαν κράτος να κυβερνήσουν.

Και αυτό είναι κάτι που οι σύγχρονοι Έλληνες δεν έχουν κάνει.

Η ελληνική κρίση, αφού αρχικά έπληξε μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, το φθινόπωρο του 2011, βρέθηκε στην αγκαλιά ενός επαγγελματία οικονομολόγου και πρώην Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδα, του Λουκά Παπαδήμου, ο οποίος επέβαλε κυβέρνηση εθνικής ενότητας στους πολιτικούς και μέτρα λιτότητας στο δημόσιο.

Ωστόσο, μισό χρόνο αργότερα, το τιμόνι ήταν πίσω στα χέρια των πολιτικών. Και οι πολιτικοί δεν θα ενώνονταν, ακόμα και όταν οι άνθρωποι υπέφεραν υπό τον ζυγό της μαζικής ανεργίας, της μείωσης των εσόδων, του καθημερινού κλεισίματος των επιχειρήσεων, της ανεξέλεγκτης πτώχευσης, της αυξανόμενης μετανάστευσης, και μιας διάχυτης αίσθησης εθνικής ταπείνωσης και κοινωνικής απελπισίας. Έτσι, τους συντηρητικούς, που διαδέχτηκαν τους σοσιαλιστές, αργότερα διαδέχθηκαν οι λαϊκιστές, οι οποίοι τώρα οδηγούν μία εξαντλημένη, διαιρεμένη και απελπισμένη Ελλάδα στο άγνωστο.

Όλα θα ήταν διαφορετικά, αν οι Έλληνες πολιτικοί αυτής της δεκαετίας, την ώρα που κοίταζαν έξω από το παράθυρο, έβλεπαν τους εχθρούς που είδαν οι ηγέτες του Ισραήλ όταν κοίταξαν γύρω από τη χώρα τους το 1985, και αυτό που είδαν οι Σπαρτιάτες στρατηγοί και οι Αθηναίοι ναύαρχοι, όταν κοίταξαν το Αιγαίο. Αλλά, δυστυχώς, όταν οι ηγέτες της Ελλάδας κοίταξαν έξω από το παράθυρο, δεν είδαν τον εχθρό. Είδαν αντ’αυτού τους ευρωπαίους εταίρους τους, και πίστεψαν ότι έβλεπαν φίλους.

http://www.jpost.com/International/Middle-Israel-Israels-lesson-to-Greece-407866