BESA Center Τετάρτη 10.06.2020
Του Δρ. Γ. Τζογόπουλος* 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ: Η Ελλάδα, το Ισραήλ και 5 ακόμη χώρες της Ανατολικής μεσογείου, ίδρυσαν το East Med Forum Φυσικού Αερίου. Η Τουρκία δεν είναι μέλος και εφαρμόζει την δική της δυναμική προσέγγιση στην περιοχή. Οι ΗΠΑ θα προτιμούσαν το Forum αυτό να περιέχει και την Άγκυρα. Η Αθήνα και η Ιερουσαλήμ θα μπορούσαν να αναλάβουν μια διπλωματική πρωτοβουλία για να διερευνηθεί η συμμετοχή της Τουρκίας, καθώς δεν έχουν τίποτε να χάσουν αλλά πολλά να κερδίσουν από μια τέτοια πρωτοβουλία.

Φέτος είναι η 30η επέτειος από την έναρξη πλήρων διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ. Το 2015 –δύο χρόνια πριν τον θάνατο του ο (τότε) πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης χαρακτήρισε την απόφαση που πήρε το 1990 να αναγνωρίσει το Εβραϊκό κράτος ως “εξαιρετικά αποδοτική”, και εξέφρασε την ελπίδα η φιλία μεταξύ των δύο χωρών να γίνει ο κύριος πυλώνας της Ελληνικής Εξωτερικής πολιτικής.

Και αυτό ακριβώς συνέβη. Η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας δείχνει ότι και οι κεντροδεξιές και οι κεντροαριστερές κυβερνήσεις πίστεψαν στο όραμα του Μητσοτάκη, αφού και οι δύο εμπλούτισαν τις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ, ενός κόμματος που ήταν σκεπτικιστικό γι’ αυτή την σχέση όσο ήταν στην αντιπολίτευση, πριν το 2015.

Το 2020, ένας άλλος Μητσοτάκης, ο Κυριάκος, γιός του Κωνσταντίνου, είναι πρωθυπουργός της Ελλάδας. Η κληρονομιά του πατέρα του είναι ένας καλός οιωνός για την περαιτέρω βελτίωση της Ελληνο-Ισραηλινής συνεργασίας σε νέα ύψη.

Όμως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντιμετωπίζει δύσκολες προκλήσεις εξωτερικής πολιτικής. Για πρώτη φορά από το 1996, οι εντάσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έχουν φθάσει σε επίπεδο συναγερμού.

Αυτό είναι αποτέλεσμα της ανακάλυψης ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο, που χρησίμευσε ως αιτία αντιπαράθεσης παρά σαν καταλύτης για συμβιβασμό. Αυτές οι εντάσεις προστίθενται στα ήδη υπάρχοντα Ελληνο-Τουρκικά προβλήματα στο Αιγαίο.

Κάποιο στρατιωτικό επεισόδιο θα μπορούσε ενδεχομένως να προκύψει αν η Τουρκία εξακολουθήσει τις γεωτρήσεις σε θαλάσσιες ζώνες που η ίδια θεωρεί ως μέρος της υφαλοκρηπίδας της.

Το νέο ενεργειακό τοπίο της εποχής του covid-19 δεν αναχαίτισε τις φιλοδοξίες της. Η Ελλάδα – η οποία θεωρεί τις Τουρκικές απαιτήσεις ως παράνομες, επειδή στερούν στα νησιά της την υφαλοκρηπίδας τους, θα χρειαστεί να δράσει για να αποτρέψει την παραβίαση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Η εξαίρεση της Τουρκίας από τον East Med, στον οποίον συμμετέχουν η Ελλάδα, το Ισραήλ, η Κύπρος, η Αίγυπτος, η Ιταλία, η Ιορδανία και η Παλαιστινιακή αρχή, δυσκολεύει τα πράγματα. Η Άγκυρα είναι ενοχλημένη και θεωρεί την συμμαχία αυτή μη ρεαλιστική, άποψη με την οποία δεν διαφωνεί πλήρως η Washington.

Ο αμερικανός πρέσβης στην Ελλάδα, Geoffrey Pyatt, είπε, κατά την διάρκεια δημόσιας συζήτησης στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2020, ότι όσο πιο περιεκτική θα είναι η συζήτηση, τόσο το καλύτερο από την άποψη των ΗΠΑ. Και πρόσθεσε ιδιαίτερα ότι οι ΗΠΑ υποστηρίζουν την πρόσκληση προς την Τουρκία να συμμετάσχει στον East Med.

Η Ελλάδα και το Ισραήλ, μαζί με τους υπόλοιπους εταίρους στο Forum, θα πρέπει να παρουσιάσουν μια ξεκάθαρη πολιτική σχετικά με το θέμα αυτό. Ενώ οι δύο χώρες και μερικές ακόμα καταδίκασαν την ναυτική συμφωνία του Νοεμβρίου 2019 μεταξύ Άγκυρας και Τρίπολης, ο πρόεδρος Donald Trump κράτησε μάλλον κάποια απόσταση. Όταν ο Μητσοτάκης τον επισκέφτηκε στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο, δεν επέκρινε δημοσίως την Τουρκία, και η διπλωματική γλώσσα που χρησιμοποίησε το Υπουργείο Εξωτερικής των ΗΠΑ ήταν πολύ προσεκτική.

Η Τουρκία κατηγορεί τα μέλη του East Med Forum ότι αρνούνται τις εκκλήσεις της για διάλογο. Όταν όμως εφτά χώρες αποφασίζουν να προχωρήσουν σε ένα κοινό εγχείρημα, οι προϋποθέσεις για ένα διάλογο με ένα τρίτο μέρος πρέπει να τεθούν από την πλειοψηφία.

Το Κυπριακό θέμα αποτελεί σίγουρα ένα αγκάθι. Ο πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Αναστασιάδης έχει πει ότι η Τουρκία επιχείρησε να δημιουργήσει γκρίζες ζώνες στην ΑΟΖ της Κύπρου.

Από μεριά της, η Τουρκο-Κυπριακή πλευρά δεν είναι ενθουσιασμένη με την πρόταση του για ένα μερίδιο 30% σε ένα πιθανό ενεργειακό fund που θα μπορούσε να ιδρυθεί στο μέλλον.

Η τωρινή πραγματικότητα είναι ότι ερευνητικές γεωτρήσεις της Τουρκίας εξακολουθούν να συμβαίνουν χωρίς διακοπή στα Κυπριακά ύδατα, σε μια περίοδο που η Washington δεν λαμβάνει συγκεκριμένη στάση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ανίκανη να παίξει κάποιον πολιτικό ρόλο στην περιοχή, και προσπαθεί να συμβιβάσει την διπλωματική πίεση της Αθήνας και της Λευκωσίας με την συνεχιζόμενη οικονομική συνεργασία της με την Άγκυρα. Αν τα Τουρκικά πλοία βρουν φυσικό αέριο στην ΑΟΖ της Κύπρου –πράγμα το οποίο δεν έχει ακόμα συμβεί- η κρίση θα περάσει σε μια νέα φάση με άγνωστες συνέπειες. Τριάντα χρόνια μετά την έναρξη πλήρων διπλωματικών σχέσεων, η Ελλάδα και το Ισραήλ θα μπορούσαν να ηγηθούν μιας λεπτής πρωτοβουλίας που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα τα δικά τους αλλά και αυτά των εταίρων τους στην Ανατολική Μεσόγειο: μιας συζήτησης σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το East Med Forum θα μπορούσε να διευρυνθεί με έναν πολύπλευρο διάλογο με την Άγκυρα.

Μια τέτοια διπλωματική δημιουργική πρωτοβουλία από την Αθήνα και την Ιερουσαλήμ θα έδινε έμφαση όχι μόνο στον ηγετικό τους ρόλο στην περιοχή αλλά και στην δέσμευσή τους να βρεθούν πρακτικές λύσεις σε μια περίοδο που –λόγω του covid-19- οι τιμές ενέργειας είναι πολύ χαμηλές.

Μια τέτοια διπλωματική πρωτοβουλία θα ήταν ένα σημάδι δύναμης, όχι αδυναμίας. Η Άγκυρα θα αντιμετώπιζε το δίλημμα: είτε να διαπραγματευθεί είτε να συνεχίσει την πολιτική της στη Μεσόγειο.

Αν επιλέξει το πρώτο, θα πρέπει να κάνει υποχωρήσεις. Αν το δεύτερο, θα παρουσιαζόταν σαν να δυναμιτίζει την διαδικασία.

Η άρνηση της Άγκυρας για έναν πολύπλευρο διάλογο που θα ξεκινούσε από την Αθήνα και την Ιερουσαλήμ και θα υποστηριζόταν από την πλειοψηφία των εμπλεκομένων μεριών σίγουρα θα προκαλούσε επικριτικά σχόλια, ακόμα και από την Washington.

Κάτι τέτοιο πιθανώς δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του προέδρου Erdoğan, ο οποίος επιχειρεί επικίνδυνα ακροβατικά ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και την Ρωσία, επιδιώκοντας στρατιωτική εμπλοκή σε ξένες χώρες και αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα στο εσωτερικό –λόγω covid-19.

Η Ελλάδα και το Ισραήλ έχουν κάνει μεγάλη πρόοδο στην συνεργασία τους. Συχνές τριμερείς συναντήσεις με την συμμετοχή της Κύπρου έχουν παγιώσει την φιλία τους. Είναι πλέον καιρός νέα θέματα να μπουν στην agenda. Σε τελευταία ανάλυση, η Αθήνα και η Ιερουσαλήμ δεν έχουν τίποτε να χάσουν. Μαζί με τις άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου σχεδιάζουν μια ασφαλή πορεία προς τα εμπρός, ανεξάρτητα από τις επιλογές της Άγκυρας.֍

*Ο Δρ. Γ.Ν. Τζογόπουλος είναι μέλος της BESA και Λέκτωρ στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Νίκαιας και στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο της Θράκης.

https://besacenter.org/perspectives-papers/greece-israel-opportunity/