Από την Ρένα Μόλχο

 


 
Σημείωση του εκδότη: Αυτή τη στιγμή, η ιστοσελίδα μας αδυνατεί να παρέχει υποσημειώσεις. Όσοι επιθυμούν να λάβουν τη μελέτη της Δρ. Ρένας Μόλχο με υποσημειώσεις, παρακαλώ να γράψουν στην διεύθυνση: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Μεταξύ των διαφορετικών παραγόντων που επηρέασαν την ιστορία της Ελλάδας, καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι 31 εβραϊκές κοινότητες που υπήρχαν στον Ελληνικό χώρο όπου διακρίνονταν από μια μακρά ιστορική συνέχεια. Η εβραϊκή παρουσία, ειδικά στη Μακεδονία, μπορεί να τοποθετηθεί νωρίτερα ακόμη και από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης, της μακεδονικής πρωτεύουσας που πρόσφατα γιόρτασε τα 2.300 της ίδρυσής της.

Η Θεσσαλονίκη, ο αρχαιότερος ίσως εβραϊκός οικισμός στην Ευρώπη, αναπτύσσονταν συνέχεια από τον 6ο π.Χ. ως τα μέσα του 20ου αιώνα. Η ανάπτυξη αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι, αντίθετα από τις περισσότερες εβραϊκές κοινότητες στην Ευρώπη, ο εβραϊκός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης(315 π.Χ) δεν απειλήθηκε ποτέ με διώξεις ή αποκλεισμό, από κανέναν από τους κυρίαρχους λαούς που κυριάρχησαν την περιοχή. Οι Γερμανοί αποτέλεσαν μοναδική εξαίρεση και η αποφασιστικότητα τους να καταστρέψουν την κοινότητα αυτή οδήγησε στον ολοκληρωτικό αφανισμό της(κατά 96%). Η απουσία σύγχρονων μελετών που να αναφέρονται στη μοναδική αυτή κοινότητα οφείλεται κυρίως στην ολοκληρωτική λεηλασία κοινοτικών αρχείων, βιβλιοθηκών και αντικειμένων λατρείας, στην καταστροφή των συναγωγών, στη σύλληση μισού εκατομμυρίου τάφων και τελικά στην εξόντωση 50.000 ανθρώπων. Συνεπώς, ελάχιστα στοιχεία έχουν απομείνει που να μας θυμίζουν το μεγαλείο αυτής της κοινότητας, η οποία για πολλούς αιώνες, ήταν γνωστή σ’ όλους τους Εβραίους ως “η Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων” ή όπως αναφέρεται στο στίχο του Solomon Usque ως “η Μητρόπολη του Ισραήλ”.

Η δύναμη της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, όπου ζούσαν οι 56.000 από τους 79.950 Εβραίους της Ελλάδας, έγινε φανερή μετά την Ιταλική εισβολή στις 28 Οκτωβρίου 1940. Την εποχή εκείνη, υπηρετούσαν στον ελληνικό στρατό περίπου 13.000 Εβραίοι, από τους οποίους οι 343 ήταν αξιωματικοί. Μόνον από τη Θεσσαλονίκη, σχεδόν 9.000 Εβραίοι πολέμησαν στον ελληνικό στρατό κι απ’ αυτούς 3.700 σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν στη μάχη.


Η γερμανική πολιτική κατά τον πρώτο χρόνο κατοχής (1941 - 1942)

Στις 6 Απριλίου 1941, ο Χίτλερ κήρυξε πόλεμο στην Ελλάδα και στις 9 Απριλίου οι Γερμανοί μπήκαν στη Θεσσαλονίκη. Τις πρώτες 10 μέρες, η Γκεστάπο φυλάκισε όλα τα μέλη του Εβραϊκού Κοινοτικού Συμβουλίου μαζί με άλλους σημαντικούς πρόκριτους και υπαλλήλους. Ο πρόεδρος της εβραϊκής κοινότητας και ο Αρχιραβίνος Τσβή Κόρετς συνελήφθησαν στην Αθήνα και ο Κόρετς μεταφέρθηκε στη Βιέννη όπου φυλακίστηκε για αρκετούς μήνες. Με τον ίδιο τρόπο που είχαν αντιμετωπίσει και άλλες εβραϊκές κοινότητες στην Ευρώπη, οι Γερμανοί έκλεισαν τα γραφεία της κοινότητας, αφού πρώτα κατάσχεσαν τα αρχεία της, τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχουν επιστραφεί. Οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν τα κοινοτικά αρχεία επειδή περιείχαν στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της κοινότητας και των μελών της που τους ήταν απαραίτητα για να οργανώσουν τα εγκλήματα που θα ακολουθούσαν.

Ένα μήνα μετά, τέσσερις κοινοτικοί υπάλληλοι της Θεσσαλονίκης αφέθησαν ελεύθεροι. Ένας απ’ αυτούς, ο Σάμπη Σαλτιέλ, διορίστηκε απ’ τους Γερμανούς Διευθυντής της Κοινότητας αλλά και των υπολοίπων τριάντα κοινοτήτων στην Ελλάδα. Με ειδική εντολή διέλυσαν το Κοινοτικό Συμβούλιο καθώς και τις επιτροπές διαφόρων εβραϊκών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Ο Σαλτιέλ επελέγη επειδή ήταν απλώς ένας ασήμαντος λογιστής, του οποίου όμως, η θέση και η αμφίβολη ηθική, εξυπηρετούσαν τα σχέδια του κατακτητή. Με τη γερμανική καθοδήγηση, ο Σαλτιέλ ίδρυσε ένα ενοποιημένο ίδρυμα κοινωνικής πρόνοιας, σε αντικατάσταση αυτών που είχαν κλείσει. Για το σκοπό αυτό, ανάγκασε τους Εβραίους, τόσο της Θεσσαλονίκης όσο και της Αθήνας, σε υποχρεωτικούς “εράνους”. Οι Εβραίοι όμως, δεν τον εμπιστεύονταν γιαυτό και η προσπάθειά του να μαζέψει χρήματα κατέληξε σε ολοκληρωτική αποτυχία. Στα τέλη του 1941, η πείνα και η ένδεια του εβραϊκού πληθυσμού οδήγησε στην αύξηση των θανάτων, που έφτασαν τους 600. Η διάλυση των κοινοτικών ιδρυμάτων είχε καταστήσει τον κοινοτικό οργανισμό ένα μη λειτουργικό όργανο. Γιατί λοιπόν, καταστράφηκαν τα ιδρύματα πρόνοιας της κοινότητας, που είχαν λειτουργήσει τόσο καλά για αιώνες, αφού τίποτα καλύτερο δεν τα αντικατέστησε; Δίχως τους ηγέτες και τα κεφάλαια τους, οι Εβραίοι παρέλυσαν, μην έχοντας κανέναν που θα μπορούσε να τους καθοδηγήσει.

Στις αρχές του 1942, ορισμένες διακεκριμένες προσωπικότητες της κοινότητας υποχρέωσαν τον Σαλτιέλ να επανιδρύσει τα συσσίτια απόρων, ένα θεσμό για παιδιά που ονομαζόταν Matanot la Evyionim (τα δώρα στους ενδεείς). Πρώτα – πρώτα, συνέστησαν μια επιτροπή, σκοπός της οποίας ήταν η συγκέντρωση των απαραίτητων χρημάτων για τη διατήρηση του θεσμού. Η επιτροπή παρέκαμψε τον κοινοτικό μηχανισμό συντάσσοντας μια λίστα φορολογουμένων΄ κάθε συνεισφορά χρημάτων γινόταν απευθείας στην επιτροπή. Ως αποτέλεσμα, οι έντιμοι διαχειριστές των «δωρεών» κατάφεραν ν’ αυξήσουν από 200 που ήταν αρχικά, σε 2000 τον αριθμό των παιδιών που σιτίζονταν και τα οποία λάμβαναν δωρεάν ένα ζεστό μεσημεριανό φαγητό και ψωμί. Αργότερα, αυτός ο θεσμός υποστηρίχθηκε και από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό.

Από τον Ιανουάριο του 1942, η Επιτροπή Δωρεών στεγάστηκε στην οδό Μισραχή όπου έγινε το καθημερινό σημείο συνάντησης για όλους όσους ενδιαφέρονταν για την εβραϊκή φιλανθρωπία και τις εβραϊκές υποθέσεις γενικότερα. Για τον λόγο αυτό, η ομάδα αυτή ονομάστηκε “Συντονιστική Επιτροπή Έργων Πρόνοιας”. Υπό την προεδρία του Σαλτιέλ για προφανείς λόγους νομιμότητας, τα μέλη της μπορούσαν ευκολότερα να εφαρμόζουν τα προγράμματά τους για την ανακούφιση των φτωχών και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Με την πάροδο του χρόνου, συνειδητοποίησαν ότι η αιτία για την συνεχή οικονομική κατάρρευση της κοινότητας ήταν το ξεπούλημα, από τον Σαλτιέλ, σημαντικού μέρους της ακίνητης κοινοτικής περιουσίας της και η κατασπατάληση των κοινοτικών πόρων στη διαρκώς αυξανόμενη μισθοδοσία της. Τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής προσπάθησαν ανεπιτυχώς να επηρεάσουν τον Σαλτιέλ, ο οποίος επέμενε να ισχυρίζεται ότι εφόσον διορίστηκε από τους Γερμανούς και ήταν υπόλογος σε αυτούς, ήταν υποχρεωμένος να εκτελεί τις εντολές τους. Κατ’αυτό τον τρόπο το ενδιαφέρον των Γερμανών για τις κοινοτικές υποθέσεις οδήγησε, μέσω του Σαλτιέλ, στην αποδυνάμωση και την κακοδιαχείρηση της κοινότητας.

Από τη στιγμή που οι Γερμανοί μπήκαν στη Θεσσαλονίκη τον Απρίλιο του 1941 ως τον Ιούλιο του 1942 δεν είχε εφαρμοσθεί κανένα φυλετικό μέτρο. Η κατάσχεση των κοινοτικών αρχείων, των παλαιών εβραϊκών βιβλιοθηκών, των περιουσιακών στοιχείων χονδρεμπόρων χάρτου, τυπογραφείων κτλ. καθώς και η φυλάκιση ορισμένων εβραίων προκρίτων, δεν αποτελούσαν ακριβώς αντιεβραϊκά μέτρα καθώς και οι Χριστιανοί πρόκριτοι είχαν επίσης φυλακιστεί και οι περιουσίες τους είχαν κατασχεθεί. Επομένως, στάση των Γερμανών απέναντι στους Εβραίους ήταν φαινομενικά αδιάφορη.

Όταν όμως άρχισαν οι κατασχέσεις κτιρίων, επίπλων και ραδιοφώνων, αυτές εφαρμόστηκαν κυρίως εις βάρος των Εβραίων. Εκκλήσεις για επανορθώσεις απορρίπτονταν πάντα από τις γερμανικές αρχές. Φυσικά οι Γερμανοί δεν εμπλέκονταν σε εμπορικές συναλλαγές με Εβραίους εκτός από την περίπτωση που ήθελαν να σφετεριστούν Εβραϊκά εμπορεύματα και τότε “αγόραζαν” σε εξευτελιστικά χαμηλές τιμές. Επίσης, άρχισαν να κυκλοφορούν αρκετά αντιεβραϊκά φυλλάδια αλλά και έντυπη προπαγάνδα και να ακούγονται οι πρώτες αντισημιτικές ραδιοφωνικές εκπομπές. Οι Εβραίοι έπεφταν θύματα αυθαίρετων διώξεων από τα μαγαζιά τους, όπως για παράδειγμα συνέβη με τους ιδιοκτήτες του βιβλιοπωλείου Μόλχο. Άλλωστε, οικονομικοί εκβιασμοί που γίνονταν από κάποιους μεμονωμένους γερμανούς αξιωματικούς σε ορισμένους Εβραίους, μπορούσαν πια να θεωρηθούν ως “προπαρασκευαστικά μέτρα για πιο μοχθηρά σχέδια”.

Η καθυστέρηση που επέδειξαν οι γερμανικές αρχές κατά την περίοδο αυτή στην εφαρμογή των προγραμματικών αντισημιτικών μέτρων, μπορεί να εξηγηθεί από τη χρησιμότητα των Εβραίων για τη συγκέντρωση των απαραίτητων πληροφοριών και την οργάνωση των Γερμανών ώστε να προχωρήσουν στην πιο συστηματική λεηλασία των κοινοτικών περιουσιακών στοιχείων.Το 1945, εκτιμήθηκε ότι η κοινοτική περιουσία που λεηλατήθηκε ανέρχονταν στο ποσό των 18 εκατομμυρίων χρυσών λιρών. Εξάλλου, εκτός από το Chelmno (1941) κανένα άλλο μεγάλο στρατόπεδο εξοντώσεως δεν λειτουργούσε πριν από την άνοιξη του 1942.

Επομένως, παρόλο που η Εβραϊκή κοινότητα είχε τεθεί κάτω από τη δικαιοδοσία της Γκεστάπο, η οποία έκλεισε πολλές εβραϊκές λέσχες, οργανισμούς και σχολεία, υπήρχε μία ψευδαίσθηση ασφάλειας. Το γεγονός ότι η εβραϊκή κοινοτική δραστηριότητα είχε περιοριστεί στην καταγραφή των γεννήσεων και των θανάτων, στην πληρωμή των υπαλλήλων και στην επίβλεψη των θρησκευτικών λειτουργιών, είχε ερμηνευτεί από τους Εβραίους ως μέρος της καθημερινότητας τους στην περίοδο της Κατοχής. Η ψευδαίσθηση αυτή της ασφάλειας ενισχύθηκε την άνοιξη του 1942, με την επίσκεψη του στρατηγού Τσολάκογλου στον Αρχιραβίνο της Θεσσαλονίκης Κόρετς, και τις ευχαριστίες του Σαλτιέλ για την ευνοϊκή δήλωσή που έκανε για τους Εβραίους της Ελλάδας. Χαρακτηρίζοντάς τους ως γενναίους έλληνες πατριώτες, ο Τσολάκογλου επιβεβαίωνε ότι δεν υπήρχε εβραϊκό πρόβλημα στην Ελλάδα.

Ο Αρχιραβίνος Κόρετς, είχε εν τω μεταξύ αποφυλακισθεί και είχε επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη, όπου περιορίστηκε στα θρησκευτικά του καθήκοντα. Λίγο μετά την επαναφορά του, διαφώνησε με τον Σαλτιέλ και ξαναφυλακίσθηκε στη Θεσσαλονίκη για αρκετούς μήνες. Ο Σαλτιέλ βρισκόταν σε καθημερινή επικοινωνία με τη Γκεστάπο και με τη βοήθεια του Ζ.Αλμπάλα, ενός πρόσφυγα από τη Βιέννη που γνώριζε γερμανικά, εκτελούσε τις εντολές της κατά γράμμα. Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, έχοντας πληροφορηθεί για τα αντίποινα εις βάρος Εβραίων άλλων χωρών για πράξεις απείθειας, ήταν πολύ προσεκτικοί να μη δώσουν καμιά δικαιολογία στον εισβολέα για επιβολή αντίσημιτικής πολιτικής. Από το 1933, οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης γνώριζαν τα σχέδια του Χίτλερ εναντίον των ομοθρήσκων τους στην Ευρώπη και παρόλο που δεν μπορούσαν να ταυτιστούν μαζί τους πνευματικά, είχαν εν τούτοις δημοσιεύσει εκτεταμμένα άρθρα σε αρκετές εφημερίδες, για λογαριασμό των ευρωπαίων αδελφών τους. Από το 1941 όμως, όλος ο εβραϊκός Τύπος σταμάτησε και ο ελληνικός πέρασε σε χέρια ατόμων που βρίσκονταν στη γερμανική μισθοδοσία. Αυτοί εξέδωσαν μια καινούργια εφημερίδα με τίτλο Νέα Ευρώπη και η οποία, από κοινού με την ελληνική εφημερίδα Απογευματινή δημοσίευαν, κατά καιρούς, αντίσημιτικά άρθρα που αύξαναν τους φόβους των Εβραίων. Παράλληλα, κυκλοφορούσαν φήμες σχετικά με την ύπαρξη μυστικών υπομνημάτων και παρακλήσεων ορισμένων Ορθόδοξων Χριστιανών προς τους Γερμανούς, για εφαρμογή φυλετικών νόμων στη Θεσσαλονίκη.



Η γερμανική αντισημιτική πολιτική το 1942

Η πρώτη πράξη αντισημιτικής πολιτικής έλαβε χώρα στις αρχές Ιουλίου του 1942, με μια επίσημη ανακοίνωση από τον Max Merten, το γερμανό στρατιωτικό υπεύθυνο για τη πόλη της Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή. Καλούσε όλους τους εβραίους άντρες, ηλικίας από 18 ως 45 χρόνων, να παρουσιαστούν στην Πλατεία Ελευθερίας, το Σάββατο 11 Ιουλίου, στις 8: 00 π.μ, χωρίς όμως ν’ αναφέρεται ο σκοπός αυτής της συγκέντρωσης και με την απειλή σοβαρών κυρώσεων σε περίπτωση ανυπακοής. Οι Εβραίοι ιταλικής και ισπανικής υπηκοότητας εξαιρούνταν. Οι συγκεντρωθέντες σύντομα πληροφορήθηκαν ότι επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν σε κάποια στρατιωτικά έργα.

Εκείνο το πρωινό του Σαββάτου, μεγάλες ομάδες Εβραίων άρχισαν να φτάνουν στην Πλατεία Ελευθερίας, ενός από τα πιο κεντρικά σημεία της Θεσσαλονίκης. Παραπλεύρως της Ιονικής Τράπεζας (σημερινής Alpha Bank), δεκάδες δημοτικοί υπάλληλοι, με την καθοδήγηση της Γκεστάπο και των γερμανικών τεχνικών υπηρεσιών (της Strassenbahn) είχαν στήσει γραφεία για την καταγραφή των Εβραίων. Κάθε καταγεγραμμένος έπαιρνε μια κάρτα με το όνομα του, το επάγγελμά του, τη διεύθυνσή του κι έναν αύξοντα αριθμό. Στους τραυματίες πολέμου και σ’ ένα μικρό αριθμό κοινοτικών υπαλλήλων δόθηκαν απαλλακτικές κάρτες. Ο Σαλτιέλ και ο Αλμπάλα είχαν προσκληθεί να παρακολουθήσουν το γεγονός από τα γραφεία της Τράπεζας. Αυτή η διαδικασία, που έλαβε χώρα στα φανερά, με το πρόσχημα μιας γραφειοκρατικής διαταγής, ήταν ένα από τα τεχνάσματα του κατακτητή που νομιμοποούσε τη κατάχρηση. Καθιστούσε επίσης τους ορθόδοξους περαστικούς που παρακολουθούσαν, παθητικοί συνεργάτες.

Στη διάρκεια αυτής της συγκέντρωσης σημειώθηκαν πολλά περιστατικά κακομεταχείρησης Εβραίων από Γερμανούς αξιωματικούς και στρατιώτες. Εβραίοι που καθυστέρησαν να φθάσουν χτυπήθηκαν βάναυσα ενώ άλλοι που τόλμησαν να καθήσουν, να καπνίσουν ή να σκεπάσουν το κεφάλι τους για να προφυλαχθούν από τον καυτό ήλιο, κυνηγήθηκαν από σκυλιά. Οι τραυματίες ήταν τόσοι πολλοί ώστε κλήθηκαν επανειλημμένα ασθενοφόρα του Ερυθρού Σταυρού για να τους μεταφέρουν στα σπίτια τους. Άλλοι Εβραίοι εξαναγκάστηκαν σε εκτέλεση εξοντωτικών ταπεινοτικών ασκήσεων κάτω από τα βλέμματα περίεργων χριστιανών θεατών. Γερμανοί και δημοσιογράφοι πήραν φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες της επόμενης μέρας. Με τη δημοσιοποίηση της εβραϊκής ταπείνωσης όμως, οι Γερμανοί δεν σκέφτηκαν εκείνη τη στιγμή, ότι το φωτογραφικό αυτό υλικό, θα αποτελούσε σήμερα μια από τις σημαντικότερες αποδείξεις των εγκλημάτων τους. Την επόμενη μέρα, Δευτέρα 13 Ιουλίου 1942, η καταγραφή συνεχίστηκε με απειλές μόνον εναντίον των Εβραίων. Αυτό οφειλόταν στην αλλαγή της στάσης του Merten, μετά που οι χριστιανοί οικοδεσπότες του διαμαρτυρήθηκαν για την κακομεταχείρηση των συγκεντρωμένων Εβραίων. Αργότερα, στη δίκη του που έγινε στην Ελλάδα το 1959, ο Merten υπερασπίσθηκε τον εαυτό του, ισχυριζόμενος ότι δεν βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη στις 11 Ιουλίου. Παρόλο που ο ισχυρισμός του αποδείχθηκε ψευδής, το περιστατικό δείχνει την ανησυχία του για τέτοιου είδους αντιδράσεις από τον χριστιανικό πληθυσμό.

Από την άλλη πλευρά, οι τοπικές ορθόδοξες οργανώσεις δεν είχαν ως τότε παρέμβη υπέρ των εβραίων πολιτών γιατί ακόμη και οι Χριστιανοί φοβούνταν ότι θα υποστούν την ίδια μεταχείρηση με τους εβραίους συμπολίτες τους. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί το γεγονός ότι στη Θεσσαλονίκη, η στάση του χριστιανικού πληθυσμού ήταν τελείως διαφορετική εκείνη των υπολοίπων πολιτών στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας, όπου οι Χριστιανοί βοηθούσαν τους Εβραίους.

Επισκόπηση των σχέσεων μεταξύ των Χριστιανών και των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη μετά το 1912
Στα 400 χρόνια που προηγήθηκαν του τέλους του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Θεσσαλονίκη αποτελούσε μία από τις πιο σημαντικές εβραϊκές πόλεις του κόσμου. Το 1912, όταν οι ΄Ελληνες κατέκτησαν την πόλη από τους Οθωμανούς, βρήκαν μία ευημερούσα εβραϊκή κοινότητα που αριθμούσε 80.000 μέλη και η οποία κυριαρχούσε σε πολλούς τομείς της πόλης και όχι μόνο στο εμπόριο. Από τη στιγμή που οι Έλληνες αποφάσισαν να αποκτήσει η Θεσσαλονίκη έναν πιο ελληνικό χαρακτήρα, ο πολυεθνικός χαρακτήρας της πόλης με τους πολλούς εβραίους και μουσουλμάνους αποτέλεσε πηγή ανησυχίας για τους Ελληνες, καθόσον όλα τα γειτονικά Βαλκανικά κράτη εποφθαλμιούσαν την πόλη. Παρόλο που κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου πολλοί εβραίοι μετανάστευσαν στην Ευρώπη, διάφορες πολιτικές αναστατώσεις όπως ο πόλεμος, το εθνικό πραξικόπημα του Βενιζέλου, η μεγάλη πυρκαγιά του 1917, η συνέχιση του Ελληνοτουρκικού Πολέμου στη Μικρά Ασία, η ήττα του Ελληνικού στρατού και η άφιξη των Ελλήνων προσφύγων, δεν επέτρεψαν στο κράτος να ασχοληθεί με την ελληνοποίηση της μακεδονικής πρωτεύουσας. Η δημογραφική αλλαγή που πραγματοποιήθηκε με την μετεγκατάσταση 100.000 ελλήνων προσφύγων από τη Μικρά Ασία οδήγησε σε αύξηση του αριθμού των Χριστιανών και μείωση του αριθμού των Εβραίων. Μέχρι το 1924, ωστόσο, η μέρα αργίας, όταν τα περισσότερα μαγαζιά παρέμεναν κλειστά, ήταν ακόμα το Σάββατο (Sabbath). Παρόλ’ αυτά, στην επόμενη δεκαετία οι ΄Ελληνες ανέλαβαν μια συστηματική προσπάθεια περιορισμού της εβραϊκής επιρροής τόσο στον οικονομικό όσο και στον πολιτικό τομέα. Η Κυριακή καθιερώθηκε ως υποχρεωτική μέρα αργίας, η χρήση ξενόγλωσσων πινακίδων απαγορεύτηκε και εγκαινιάστηκε το αντισυνταγματικό μέτρο των χωριστών εκλογικών τμημάτων για τους Εβραίους.
Ο ελληνόγλωσσος Τύπος της Θεσσαλονίκης και ειδικότερα η εφημερίδα Μακεδονία προέβησαν σε μιά συστηματική αντιεβραϊκή προπαγάνδα, πολώνοντας με αυτόν τον τρόπο τις σχέσεις μεταξύ των δύο στοιχείων της πόλης. ΄Ενα θλιβερό αποτέλεσμα της διάβρωσης της ελληνικής κοινής γνώμης από τον Τύπο, ήταν το αντιεβραϊκό πογκρόμ που έλαβε χώρα στη συνοικία Κάμπελ το 1931. Η άμεση κατάληξη ήταν η πρώτη μαζική μετανάστευση χιλιάδων εβραίων στην Παλαιστίνη, γεγονός που οδήγησε στη σημαντική μείωση του εβραϊκού πληθυσμού σε 50-56.000 άτομα, που αντιπροσώπευαν τότε το 20% του τοπικού πληθυσμού.
Από το 1932, η Πολιτεία ξεκίνησε μια προσπάθεια γλωσσικής αφομοίωσης του Εβραϊκού στοιχείου θεσπίζοντας ένα νόμο που απαγόρευε στα Ελληνόπουλα να εγγράφονται σε ξένα σχολεία. Ως αποτέλεσμα, οι περισσότεροι Εβραίοι αναγκάστηκαν να πηγαίνουν στα δημόσια ελληνικά σχολεία και να σπουδάζουν στα ελληνικά πανεπιστήμια. Παρόλ’ αυτά, η αυστηρή απαγόρευση αντι- σημιτικής προπαγάνδας στον Τύπο και η διάλυση της αντισημιτικής οργάνωσης των 3 ΕΕΕ κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά (1936-1940), συνεισέφεραν στην εκούσια αφομοίωση των Εβραίων, πράγμα που εξηγεί την πατριωτική τους στάση κατά τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο στην Αλβανία. Φυσικά, η Θεσσαλονίκη δεν είχε απαλλαχθεί εντελώς από αντισημιτικά στοιχεία που στόχευαν στην εξάλειψη των Εβραίων. Οι περισσότερες όμως από αυτές τις προσπάθειες απέτυχαν επειδή έλληνες πρώην αξιωματικοί από τον Αλβανικό πόλεμο παρενέβαιναν εναντίον τους.

Η επιβολή καταναγκαστικής εργασίας στους Εβραίους.

Τον Ιούλιο του 1942, αμέσως μετά την καταγραφή τους, οι Εβραίοι διατάχθηκαν να παρουσιαστούν σε ομάδες των 2.000-3.000 ατόμων, προκειμένου να σταλούν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Οι εταιρείες των I. Müller και Bauteitung, εργολάβων που έφτιαχναν στρατιωτικούς δρόμους για τους Γερμανούς, ανέλαβαν την πρωταρχική ευθύνη γιά την εκμετάλλευση των εβραίων εργατών. Κάτω από την παρακολούθηση της γερμανικής και της ελληνικής αστυνομίας, οι εβραίοι εργάτες, αφού πρώτα απολυμάνθηκαν, στάλθηκαν με το τρένο σε διάφορους προορισμούς στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης και σε κοντινές πόλεις όπως η Βέροια και η Κοζάνη. Τα εργοτάξια οργανώθηκαν κατά μήκος των στρατιωτικών γραμμών, με διοικητές πρώην αξιωματικούς του ελληνικού στρατού, κάτω από την επίβλεψη ελλήνων μηχανικών και του γερμανικού στρατιωτικού προσωπικού της Στρατιωτικής Strassenbahn. Από την αρχή οι συνθήκες διαβίωσης ήταν τόσο άσχημες που αμέσως χρειάστηκαν γιατρούς. Οι εβραίοι εργάτες δεν είχαν ούτε αρκετό ούτε ικανοποιητικά θρεπτικό φαγητό και ζούσαν σε άθλια διαμερίσματα, ακόμη και στάβλους. Αναγκάζονταν να δουλεύουν σκληρά για περισσότερες από 10 ώρες την ημέρα, κυρίως σε λατομεία. Η χρήση σωματικής βίας ήταν μέρος της καθημερινής ρουτίνας. Η ζέστη του καλοκαιριού, η τοποθεσία των εργοταξίων σε ελώδεις περιοχές και η έλλειψη βασικών προϋποθέσεων υγιεινής όπως σαπούνι και φάρμακα, όλα συνέβαλαν στη διάδοση ασθενειών και επιδημιών. Η διακομιδή του πρώτου νεκρού στη Θεσσαλονίκη αναστάτωσε την εβραϊκή κοινωνία και επέβαλε την άμεση παρέμβαση των αξιωματούχων της κοινότητας.
Προκειμένου ν’ ανακουφίσουν τους πάσχοντες εβραίους εργάτες, μέλη της Κεντρικής Συντονιστικής Επιτροπής ΄Εργων Πρόνοιας αποφάσισαν να παρακινήσουν τον Σαλτιέλ να παρέμβη στους εργολάβους και στη γερμανική αστυνομία. Η Γκεστάπο στράτευσε εβραίους γιατρούς, οι οποίοι στάλθηκαν με τη βία στα εργοτάξια. Γύρω στις 20 Αυγούστου 1942, ο Ι. Müller ρώτησε τον Σαλτιέλ αν θα μπορούσε η ίδια η Κοινότητα ν’ αναλάβει τη στράτευση και τη φροντίδα των εβραίων εργατών. Η πρόταση του έγινε ομόφωνα δεκτή και ο νομικός σύμβουλος της Κοινότητας, Γιακοέλ, ετοίμασε ένα προσχέδιο συμφωνίας, που περιλάμβανε τα ακόλουθα σημεία:
1) Ιδρύθηκε ένα γραφείο σύνδεσμος ανάμεσα στον υπεύθυνο αξιωματικό για την πόλη της Θεσσαλονίκης και στην εβραϊκή κοινότητα, με επικεφαλής μια τετραμελή επιτροπή από εβραίους εργάτες. Το γραφείο αυτό θα διοργάνωνε τη στράτευση των Εβραίων και θα επέβλεπε την ιατρική τους φροντίδα.
2) Η Εκτελεστική Επιτροπή είχε τη δύναμη ν’ αποφασίζει για απαλλαγές.
3) Μετά από απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής μπορούσε να δοθεί άδεια εξαγοράς της στρατεύσης στα καταναγκαστικά έργα.
4) Ο I. Müller θα παρευρισκόταν στις συναντήσεις του γραφείου συνδέσμου, οι αποφάσεις του οποίου έπρεπε να εγκριθούν από τον Max Merten, τον στρατιωτικό υπεύθυνο αξιωματικό για την πόλη της Θεσσαλονίκης.
Στις 29 Αυγούστου, ο Dr. Merten υπέγραψε τη συμφωνία, η οποία τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή. Αυτό απέδειξε ότι ο Merten ήταν άμεσα υπεύθυνος για τη στράτευση και την άθλια κατάσταση των εβραίων εργατών, τους οποίους οι κατακτητές είχαν μπεί σε μεγάλο κόπο να απολυμάνουν! Απο την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι το ζήτημα της καταναγκαστικής εργασίας πέρασε στα χέρια τους ανακούφισε, τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής και δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι, στο εξής θα είχαν τον έλεγχο της κατάστασης.
Η πρώτη δουλειά της Εκτελεστικής Επιτροπής ήταν η θέσπιση λόγων για απαλλαγή όπως μοναδικό στήριγμα οικογένειας, μαθητής γυμνασίου ή φοιτητής. Η δυνατότητα εξαγοράς στρατολόγησης εγκρίθηκε τελικά με το χαμηλότερο αντίτιμο να ορίζεται στο 1.000.000 δραχμές. Υπολογίζεται ότι τις πρώτες 10 μέρες λειτουργίας του, το Γραφείο στρατολόγησε 3.000 νέους εργάτες, όρισε την άδεια εξαγοράς για 500 εργάτες και απαλλαγής για 6.000 μαθητές και 1000 ακόμη πολίτες. Σύμφωνα με το αίτημα των Γερμανών, ο I Müller μαζί με τον Σαλτιέλ και τον Αλμπάλα ήταν πάντοτε παρόντες. Ο Merten επικύρωνε αμέσως τις αποφάσεις της Επιτροπής.
Το ποσό που συγκεντρώθηκε από τις εξαγορές (οι εξαγορές 7.500 Εβραίων υπολογίζονται σε περίπου 7,5 δισεκατομμύρια δραχμές) επρόκειτο να κατατεθούν σε έναν ειδικό λογαριασμό της εβραϊκής κοινότητας. Η συνεργασία του Müller με την Επιτροπή αποδείχθηκε πολύ χρήσιμη για τις εξαγορές αλλά και για τη χρησιμοποίησή του ως συνδέσμου με τις Γερμανικές Αρχές. Μετά από δική του υπόδειξη αποφυλακίστηκε ο Dr. Κόρετς και έγινε μέλος της Επιτροπής. Το έργο του γραφείου προχωρούσε ομαλά και όταν συγκεντρώθηκαν 300 εκατομμύρια δραχμές από εξαγορές, ο Γ.Γιακοέλ ετοίμασε ένα προσχέδιο συμφωνίας με όρους που καθόριζαν τον τρόπο διαχείρισης αυτών των χρημάτων. Όταν όμως ο Σαλτιέλ ανακάλυψε ότι, προκειμένου να γίνουν αναλήψεις από τον συγκεκριμένο λογαριασμό ήταν απαραίτητη η έγκριση της Εκτελεστικής Επιτροπής, προσβλήθηκε. Πήγε στον Merten και κατηγόρησε την Επιτροπή για υπονόμευσή του. Ο Merten με τη σειρά του απείλησε να στείλει τα μέλη της Επιτροπής σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η αντίδρασή του αυτή αποτελλεί απόδειξη των οικονομικών καταχρήσεων των Merten και Σαλτιέλ. Δεν είναι διόλου περίεργο που ο λογαριασμός αυτός δεν έχει βρεθεί ποτέ και η εβραϊκή κοινότητα συνεχίζει ακόμη να ισχυρίζεται ότι τα χρήματα αυτά πρέπει να της επιστραφούν. Στο μεταξύ, η οργάνωση Todt, η τεχνική μονάδα του Γερμανικού στρατού, είχε στείλει Εβραίους εργάτες σε διάφορα εργοτάξια στη Χαλκιδική. Η βαναυσότητα που επέδειξαν εναντίον τους οι επιστάτες, οδήγησε σε μαζικές αποδράσεις, σε συλλήψεις και επί τόπου εκτελέσεις. Η κατάσταση έγινε τόσο δραματική ώστε αναγγελίες θανάτου έφταναν καθημερινά από τα εργοτάξια. Όπως συνέβη και με τον πατέρα μου, οι λίγοι Εβραίοι που επέζησαν των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας, δεν έλαβαν ποτέ τις αποζημιώσεις που τους οφείλονται από τη Συνδιάσκεψη Αξιώσεων της Φρανκφούρτης, με τη δικαιολογία ότι η υπηρεσία τους στις μονάδες αυτές δεν ξεπέρασε τους 6 μήνες. Σαν να μην έφτανε αυτό, ζητήθηκε από όλους αυτούς τους ηλικιωμένους (όλοι είναι πια πάνω από 80 ετών) να προσκομίσουν “αποδείξεις” για τις διεκδικήσεις τους π.χ πιστοποιητικά και έγγραφα των Αρχών Κατοχής, που φυλάσσονται στα αρχεία του Βερολίνου. Λόγω του υψηλού ποσοστού ασθενειών και θανάτων, η Εκτελεστική Επιτροπή έστειλε τον Γιακοέλ να επιθεωρήσει τα εργοτάξια. Μαζί με το Müller και τον Στρατηγό Λαβράνο επισκέφτηκαν το Γιδά, τη Μεθώνη και τον Άγιο Δημήτριο. Ο Γιακοέλ αναστατώθηκε τόσο πολύ με την επίσκεψή του αυτή που συνέταξε έναν μακρύ κατάλογο με τις παρατηρήσεις του, οι οποίες συνοψίζονται στις εξής:
1. Οι περισσότεροι από τους εργάτες ήταν ακατάλληλοι για εργασία και επομένως η παραγωγικότητά τους ήταν χαμηλή.
2. Η διατροφή τους ήταν εντελώς ανεπαρκής, οπότε ήταν αναγκασμένοι ν’ αγοράζουν καλύτερο φαγητό με δικούς τους πόρους.
3. Σε ορισμένα εργοτάξια, οι επόπτες αξιωματικοί και μηχανικοί φέρονταν βάναυσα στους εργάτες
4. Οι συνθήκες καταλλύματος και αποθεμάτων νερού ήταν ανεπαρκείς και ανθυγιεινές με αποτέλεσμα να παρουσιαστούν δεκάδες περιστατικά ψωρίασης ανάμεσα στους εργάτες.
5. Οι περιπτώσεις ελονοσίας, που σε μερικές περιοχές άγγιζε το 15 – 20% των εργατών, έφτασε το 60% στην περιοχή του Γιδά.
6. Ιατρική, και ειδικά φαρμακευτική περίθαλψη, ήταν ανύπαρκτες, με τους αρρώστους να ξαπλώνουν σε τσιμεντένια πατώματα σε στάβλους ενώ είχαν 40 βαθμούς πυρετό.
7. Ρούχα και παπούτσια ήταν εντελώς φθαρμένα και η ανάγκη για καινούργια ήταν άμεσα επιβεβλημένη προκειμένου να μπορούν οι εργάτες να καλύπτουν τα πιο ιδιωτικά σημεία του σώματός τους.
8. Εν όψει του επικείμενου χειμώνα, οι περισσότεροι εργάτες έπρεπε να εφοδιαστούν με ζεστά ρούχα και κουβέρτες.
9. Η συμπεριφορά των κατοίκων στα εργοτάξια των γειτονικών χωριών, ήταν πολύ καλή.
10. Λόγω των άσχημων συνθηκών διαβίωσης σε διάφορα εργοτάξια, σημειώνονταν μαζικές αποδράσεις εργατών με αποτέλεσμα το ποσοστό θανάτων ν’ αγγίξει το 3%, τους δύο πρώτους μήνες.
Ο Müller, έχοντας κι ο ίδιος παραστεί μάρτυρας των άθλιων συνθηκών διαβίωσης των εργατών, πρότεινε στον Γιακοέλ να αντικατασταθούν όλοι οι εβραίοι εργάτες με Χριστιανούς, εξειδικευμένους στην κατασκευή δρόμων, πράγμα που θα ήταν πιο πρόσφορο για τα στρατιωτικά έργα. Υπολόγισε πως αν συγκεντρωνόταν ένα ποσό 2 δισεκ. δρχ. από τα χρήματα των εξαγορών των Εβραίων, θα αρκούσαν για να πληρωθούν οι μισθοί των Χριστιανών εργατών. Αλλά ο Γιακοέλ δεν έπρεπε ν’ αποκαλύψει το σχέδιο αυτό στους εβραϊκούς κύκλους, μέχρι να μπορέσει ο Müoller να πάρει την έγκριση των Γερμανικών Αρχών.
Εν τω μεταξύ ο M. Merten ζήτησε από τον Σαλτιέλ να συγκαλέσει εκτάκτως τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής. Τους ανακοίνωσε τότε την ιδέα ν’ αντικατασταθούν όλοι οι εβραίοι εργάτες με εξειδικευμένους χριστιανούς, με τον όρο όμως ότι η κοινότητα θα αναλάμβανε το κόστος, το οποίο ο Merten επαναπροσδιόρισε στο ποσό των 3,5 δισεκατομμυρίων δρχ. Οι εβραίοι εργάτες θα αποδεσμεύονταν αμέσως μόλις το συμφωνημένο ποσό τίθενταν στη διάθεση της Στρατιωτικής Διοίκησης. Παρόλο που ο Αρχιραβίνος και τα μέλη της Επιτροπής ευχαρίστησαν το Merten για το ενδιαφέρον του, του δήλωσαν ότι αδυνατούσαν να συγκεντρώσουν ένα τόσο μεγάλο ποσό σε τόσο σύντομο διάστημα. Το περιστατικό αυτό ωστόσο οδηγεί σε ορισμένα συμπεράσματα: 1. Οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να φερθούν στους χριστιανούς εργάτες με τον ίδιο τρόπο που κακομεταχειρίζονταν τους Εβραίους. 2. Θεωρούσαν φυσιολογικό το γεγονός της μη αποζημίωσης των εβραίων εργατών για την εργασία τους και 3. Ο Merten, o oποίος είχε τη δικαιοδοσία να αυξήσειι το ποσό των λύτρων σχεδόν στο διπλάσιο της αρχικής εκτίμησης, είναι βέβαιο ότι είχε επανειλημμένα εκμεταλλευτεί παρόμοιες περιπτώσεις.
Συνοδευόμενος από τον μεταφραστή του τον Meissner, o Dr. Merten δήλωσε ότι εκτός από τον τρόπο κατάθεσής, το ποσό που όρισε για την αντικατάσταση των εβραίων εργατών δεν ήταν διαπραγματεύσιμο. Και για να υπενθυμίσει τη δύναμη του στους Εβραίους, πρόσθεσε ότι είχε αποκαλύψει σε ορισμένους κύκλους στο Βερολίνο πως, παρά τις επανειλημμένες κρούσεις ορισμένων εχθρικών τοπικών κύκλων, δεν υπήρχε λόγος εφαρμογής του φυλετικού προγράμματος εναντίον των Εβραίων της Μακεδονίας. ΄Οταν αποχώρησε ο Merten, o Γιακοέλ ανέφερε στα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής ότι η εκτίμηση του Müller για το απαιτούμενο ποσό, ήταν 2 δισεκατομμύρια δραχμές. Συμφώνησαν τότε όλοι να ζητήσουν από το Müller να μεσολαβήσει για να μειωθεί το ποσό και βέβαια να κρατήσουν το ζήτημα μυστικό ως τη στιγμή που θα κατέληγαν σε συμφωνία με το Merten. Την επόμενη μέρα (14 Οκτωβρίου), ο Κόρετς τους πληροφόρησε πως ο Müller συμφώνησε να μεσολαβήσει και έτσι ο Γιακοέλ ανακοίνωσε τους όρους σύμφωνα με τους οποίους “η προσφορά του Merten” θα μπορούσε να εφαρμοστεί.
Την επόμενη μέρα συναντήθηκαν με το Merten και ο Αρχιραβίνος από κοινού με τον Γιακοέλ του ανακοίνωσαν την απάντησή τους. Ο Merten απάντησε ότι αφού ήταν αδύνατο να μειωθεί το ποσό των 3.5 δισεκατομμυρίων δραχμές θα μπορούσε να γίνει ο ακόλουθος διακανονισμός: Να δοθούν 2 δισεκατομμύρια σε μετρητά και ως αντάλλαγμα για το υπόλοιπο 1,5 δισεκατομμύριο, οι Εβραίοι έπρεπε να παραιτηθούν από κάθε αξίωση στο εβραϊκό νεκροταφείο, το οποίο θα χρησιμοποιούνταν για στρατιωτικούς σκοπούς. Εχοντας παίξει το τελευταίο του χαρτί, o Merten επανέλαβε ότι οι Εβραίοι είχαν πολλούς εχθρούς στην πόλη οι οποίοι ζητούσαν την καταστροφή του νεκροταφείου και την εφαρμογή αντισημiτικών μέτρων, κάτι που ο ίδιος διαφωνούσε να εφαρμόσει στη Μακεδονία. Εφόσον η λύση αυτή που αφορούσε το νεκροταφείο αποτελούσε μια καινούργια πρόταση, η συνάντηση αναβλήθηκε χωρίς να έχει επιτευχθεί συμφωνία.
Τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής ξανασυναντήθηκαν με το Merten το βράδυ της 17ης Οκτωβρίου (Sabbath) και του έδωσαν γραπτά την απάντησή τους. Αυτή ανέφερε ότι το ποσό των 2 δισεκατομμυρίων ήταν δυνατό να συγκεντρωθεί μετά από ένα ορισμένο διάστημα και συνέχιζε ότι αν πράγματι στρατιωτικοί λόγοι επέβαλαν την καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου, επαφίετο στο Merten ν’ αποφασίσει για την τύχη του. Υποτίθεται ότι αφού ο Merten συνομίλησε τηλεφωνικά για το θέμα αυτό με το Αρχηγείο στο Βερολίνο, ζήτησε να συναντηθεί και πάλι με την Συντονιστική Επιτροπή, το ίδιο εκείνο βράδυ. ΄Οταν επέστρεψε, ο Merten έφερε ένα μικρό υπόμνημα που ανέφερε ότι το ποσό των 2 δισεκατομμυρίων δραχμών για την εξαγορά των Εβραίων που στρατεύτηκαν σε καταναγκαστική εργασία, έπρεπε να πληρωθεί από την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης στον Γερμανό Στρατιωτικό Διοικητή Θεσσαλονίκης και Αιγαίου, σε δόσεις, μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου. Συμφώνησε, επίσης, προφορικά να βοηθήσει ώστε να συγκεντρωθεί αυτό το ποσό μέσω υποχρεωτικής συνεισφοράς από όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της Κοινότητας, ακόμα και απ’ όσους είχαν μετακομίσει στην Αθήνα. Υποσχέθηκε, επίσης, ότι θα αντικατασταθούν ακόμα και οι εργάτες που απασχολούνταν στη Todt αν και δεν καλύπτονταν από τη συμφωνία. Με το πρόσχημα της νομιμότητας, η συμφωνία υπεγράφη στις 17 Οκτωβρίου 1942. Την επόμενη μέρα (18 Οκτωβρίου 1942), η είδηση διαδόθηκε σαν αστραπή και κρίθηκε ως μια σημαντική επιτυχία της Συντονιστικής Επιτροπής. Σχεδόν κάθε εβραϊκή οικογένεια είχε κάποιο μέλος της στα εργοτάξια και ο αριθμός των νεκρών αυξάνονταν καθημερινά, οπότε, η συμφωνία έγινε δεκτή με ανακούφιση όχι μόνο από τους Εβραίους της πόλης αλλά και από τους Χριστιανούς.
Ως συνήθως, οι άνθρωποι εκτίμησαν την κατάσταση σύμφωνα με τις προσωπικές τους ηθικές αξίες με αποτέλεσμα να εμπιστευτούν τις γραπτές δεσμεύσεις του Merten. Προφανώς, όλο αυτό το σκηνικό των διαπραγματεύσεων ήταν ένα τέχνασμα, προορισμένο να παραπλανήσει τους Εβραίους ώστε να πιστέψουν ότι τα προβλήματα τους μπορούσαν να λυθούν με οικονομικούς διακανονισμούς. Πιθανότατα έπρεπε ν’ αναρωτηθούν για το αν ο Merten, o οποίος αύξανε αυθαίρετα το ποσό των υποχρεωτικών λύτρων για προσωπικό κέρδος, ήταν ένας τίμιος άνθρωπος. Δεν ήταν Εβραίοι αυτοί που σύρθηκαν σε εργοτάξια καταναγκαστικής εργασίας κάτω από τις διαταγές του, παρόλο πού είχε επανειλημμένα βεβαιώσει ότι κανένας φυλετικός νόμος δεν επρόκειτο να εφαρμοστεί στη Μακεδονία; Ο Merten, που είχε πληροφορηθεί για τις εκτοπίσεις του Eichmann το 1942, γνώριζε ότι θα μπορούσε ν’ αποσπάσει περισσότερα χρήματα απ’ τους Εβραίους, αν αυτοί παρέμεναν εφησυχασμένοι. Κατά τη διάρκεια της δίκης του, στην Αθήνα το 1959, ο M. Merten κατηγορήθηκε για 15 εγκληματικές πράξεις που τον χαρακτήριζαν ως εκβιαστή και ως δολοφόνο. Παρόλο που κρίθηκε ένοχος για τις περισσότερες από τις κατηγορίες, δεν τιμωρήθηκε ποτέ ούτε στην Ελλάδα ούτε στη Γερμανία. Ο Merten είχε γίνει τόσο πλούσιος στη Θεσσαλονίκη, ώστε μπορούσε να επηρεάσει ακόμα και τη δικαιοσύνη. Κατά τη συμφωνία, η Κοινότητα έπρεπε να πληρώσει 1 δισεκατομμύριο δραχμές στους Γερμανούς μέσα σε 10 ημέρες, προκειμένου να αρχίσει η απελευθέρωση των κρατουμένων. Εφόσον ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί ένα τόσο μεγάλο ποσό σε τόσο σύντομο διάστημα, η Συντονιστική Επτροπή αποφάσισε να δανειστεί 500 εκατ. δραχμές από τον λογαριασμό που διατηρούσε για έργα Πρόνοιας. Η Επιτροπή συγκάλεσε αμέσως 100 Εβραίους προκρίτους με αίτημα την ηθική και υλική υποστήριξή τους και στη συνέχεια συνέταξε λίστες για ατομικές εισφορές ως το ποσό του 1,5 εκατομμυρίου δραχμών, τις οποίες και επέβαλε. Κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου 1942, παράλληλα με τη φορολογία των ρευστών περιουσιακών στοιχείων, επιβλήθηκε φορολογία και για την ακίνητη περιουσία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, από τη στιγμή που συντάχθηκαν οι σχετικοί κατάλογοι και αποτιμήθηκαν από την Επιτροπή. Στο μεταξύ, τα μέλη της Επιτροπής, αδύναμα να συγκεντρώσουν πάνω από 500 εκατ. δραχμές, αναγκάστηκαν να ζητήσουν την παρέμβαση των Γερμανικών Αρχών προκειμένου να ληφθούν δραστικότερα μέτρα. Όμως, ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η Επιτροπή ήταν και ο φόβος ότι οι Γερμανοί θα αύξαναν το ποσό, δεδομένης της σοβαρής πτώσης της αξίας της δραχμής σε σχέση με την αγγλική χρυσή λίρα. Παράλληλα, ο Αρχιραβίνος Κόρετς συνέχιζε ν’ αναβάλλει το σχέδιο της Επιτροπής να πάνε στην Αθήνα και να ζητήσουν τα χρήματα από τους εκεί πλούσιους Εβραίους.
Ταυτόχρονα με τις οικονομικές της δραστηριότητες, η Συντονιστική Επιτροπή άρχισε να οργανώνει και την αποστράτευση των εργατών. Με τη βοήθεια της Ελληνικής Σιδηροδρομικής Υπηρεσίας, οι εβραίοι γιατροί, ο Müller και 3.000 Εβραίοι από 12 απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές επέστρεψαν με ασφάλεια στη Θεσσαλονίκη.

Η καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης.
Μετά από προτροπή του Γενικού Διοικητή της Μακεδονίας, Βασ. Συμεωνίδη, η Στρατιωτική Διοίκηση Θεσσαλονίκης- Αιγαίου έστειλε γράμμα στην εβραϊκή κοινότητα, προκειμένου να συνεργαστεί με το Δήμο για τη μεταφορά του εβραϊκού νεκροταφείου, το οποίο βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, κοντά στο νεοιδρυθέν Πανεπιστήμιο (1926). Δύο νέα εβραϊκά νεκροταφεία επρόκειτο να γίνουν, το ένα στην ανατολική και το άλλο στη δυτική πλευρά της πόλης. Αυτό ήταν ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα για την Κοινότητα, εφόσον για τους Εβραίους απαγορεύεται η μεταφορά οστών από τους τάφους. Για την εκτέλεση των εντολών αυτών όμως, είχε οριστεί ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η τιμωρία θα ήταν η κατεδάφιση του νεκροταφείου. Αυτό ήταν το τρίτο πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει η Επιτροπή και παρόλο που συγκρότησε άμεσα μια ακόμα Επιτροπή για να ασχοληθεί με τη μεταφορά των τάφων, στό τέλος δεν μπόρεσε να φέρει σε πέρας αυτή τη νοσηρή πρόκληση. Επρόκειτο για τεράστιο εγχείρημα, εφόσον το παλιό νεκροταφείο κάλυπτε μια περιοχή 550.000 m2 και αριθμούσε πάνω από μισό εκατομμύριο τάφους. Αν όλοι οι 50.000 Εβραίοι της πόλης δούλευαν για να μετακινήσουν τους οικογενειακούς τους τάφους, καθένας από αυτούς θα έπρεπε να μετακινήσει τουλάχιστον 10 τάφους. Η ανικανότητα της Επιτροπής να δράσει άμεσα, ερμηνεύτηκε ως δικαιολογία για να παρακαμφθούν οι Γερμανικές Αρχές ως τον ερχομό των Βρετανών. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Ελληνικές Τεχνικές Υπηρεσίες διατάχθησαν να αναλάβουν τη μαζική κατεδάφιση του νεκροταφείου. Στις 6 Δεκεμβρίου 1942, στάλθηκε μια ομάδα 3.000 εργατών που κατέστρεψε το νεκροταφείο με περισσό ζήλο. Ο Δήμος χρησιμοποίησε κάποιες από τις ταφόπλακες για να επιδιορθώσει πεζοδρόμια και για να χτίσει μια πισίνα για τους Γερμανούς αξιωματικούς. Οι υπόλοιπες κλάπηκαν και πουλήθηκαν ως οικοδομικά υλικά έξω από την πόλη, όπου κάποιος μπορεί ακόμα να τις εντοπίσει, όπως διαπίστωσα προσωπικά, σε παιδικές χαρές, σε μπάρ, σ’ εστιατόρια σύγχρονων ξενοδοχειακών συγκροτημάτων σε θέρετρα της Χαλκιδικής. Η καταστροφή του νεκροταφείου ήταν καθαρά μια πολιτική και όχι στρατιωτική πράξη, αφού ο Merten, που έδωσε την εντολή, γνώριζε ότι έτσι θα κερδίσει τον χριστιανικό πληθυσμό με το μέρος του. Μέχρι τότε, αυτό το μνημειώδες νεκροταφείο αποτελούσε απτή απόδειξη της γόνιμης συνύπαρξης Εβραίων με μη - Εβραίους για μια μακρά χρονική περίοδο. Για τους περισσότερους Χριστιανούς, η καταστροφή αυτή άνοιξε το δρόμο για την ελληνοποίηση της Θεσσαλονίκης, ενώ για τους Εβραίους ήταν ο προάγγελος της επικείμενης γενοκτονίας της μεγαλύτερης εβραϊκής κοινότητας στην Εγγύς Ανατολή.

Η οργάνωση των εκτοπίσεων.

Μετά από αυτά τα γεγονότα ο Dr. Kalmes, ο γερμανός διοικητής της Γκεστάπο στη Θεσσαλονίκη, με το πρόσχημα της αμφισβήτησης της τιμιότητας και των διοικητικών ικανοτήτων του Σαλτιέλ, τον αντικατέστησε με τον ΑρχιραβίνοΤσβη Κόρετς, τον μοναδικό από όλους τους υποψήφιους που αποδέχτηκε τη θέση. Ικανοποιώντας το αίτημά του, η Γκεστάπο διόρισε ένα νέο Κοινοτικό Συμβούλιο και όρισε τον Ισαακ Σιακή, πρώην μέλος της Βουλής, Γραμματέα της Κοινότητας. Αυτές οι διοικητικές αλλαγές έφεραν μια αισθητή βελτίωση στη γενική διαχείριση της κοινότητας. Αυτό που πραγματικά άλλαξε ήταν τα σχέδια των Γερμανικών Αρχών, σύμφωνα με τα οποία έπρεπε πια να τεθούν επικεφαλής σοβαροί ηγέτες και όχι κούκλες σαν τον Σαλτιέλ και τον Αλμπάλα, τους οποίους είχαν κρατήσει σε αυτήν τη θέση για τους προηγούμενους 20 μήνες. Όπως φάνηκε αργότερα, εν όψει των επικείμενων εκτοπίσεων, ο νέος Πρόεδρος και τα μέλη του κοινοτικού συμβουλίου ήταν άτομα ικανά και έμπιστα που έχαιραν τον σεβασμό του πληθυσμού. Μελλοντικά, επρόκειτο ν’ αποδειχθούν περισσότερο πειστικοί και επομένως πιο χρήσιμοι στους Γερμανούς, για την τήρηση των εντολών τους. Στο μεταξύ, ενώ η κοινοτική αντιπροσωπία με επικεφαλής τον Γιακοέλl συγκέντρωνε χρήματα στην Αθήνα, έφτασε στη Θεσσαλονίκη ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Γκεστάπο. Με έναν άγριο και περιφρονητικό τρόπο, απαίτησε την άμεση σύνταξη μιας ιστορικής, δημογραφικής και οικονομικής έκθεσης για την κοινότητα και τα μέλη της. Η έκθεση ετοιμάστηκε από ειδικούς της κοινότητας και μόλις μεταφράστηκε στα γερμανικά, παρουσιάστηκε στον αξιωματούχο της Γκεστάπο, ο οποίος και επέστρεψε αμέσως στο Βερολίνο.
Τον Φεβρουάριο του 1943, ο Aλμπάλα διορίστηκε σύνδεσμος ανάμεσα στα Τάγματα Ασφαλείας SS , άρτι αφιχθέντα από το Βερολίνο, και την εβραϊκή κοινότητα. Ο Dr. Κόρετς, που εκτελούσε χρέη Προέδρου της κοινότητας, έπρεπε να παρουσιάζεται δύο φορές την εβδομάδα στα SS, που είχαν αναλάβει πια όλες τις κοινοτικές υποθέσεις αντί του Dr. Kalmes. Με την βοήθεια του Aλμπάλα που αποφυλακίστηκε, τα μέλη του Rosenberg Commando, ο D. Wisliceny και ο A. Brunner, επέταξαν ένα εβραϊκό σπίτι, στην οδό Βελισσαρίου 42, και εγκατέστησαν εκεί το αρχηγείο τους, κοντά στα γραφεία της κοινότητας, σε μια πυκνοκατοικημένη εβραϊκή περιοχή.
Στις 8 Φεβρουαρίου 1943, οι αξιωματικοί της επιτροπής Rosenberg ανακοίνωσαν στην Εκτελεστική Επιτροπή τις ακόλουθες αποφάσεις, σύμφωνα και με τις εντολές του Βερολίνου :
- Απαγορευόταν στους Εβραίους η χρήση οχημάτων οποιουδήποτε τύπου ή η απομάκρυνσή τους από τη Θεσσαλονίκη, με ποινή εκτέλεσης.
- Απαγορευόταν στους Εβραίους η κυκλοφορία σε κεντρικούς δρόμους μετά τις 5: 00μ.μ.
- Όλοι οι Εβραίοι, ηλικίας 6 ετών και πάνω, ήταν υποχρεωμένοι να φορούν το Κίτρινο Αστέρι.
- Ήταν όλοι υποχρεωμένοι να μένουν αποκλειστικά και μόνο σε μια συγκεκριμένη περιοχή της πόλης ή γκέττο.
Αυτές οι διαταγές έπρεπε να εφαρμοστούν, μέχρι τις 25 Φεβρουαρίου, απ’ όλους τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, με εξαίρεση όσους είχαν ιταλική ή ισπανική υπηκοότητα.Τα νέα έφεραν απελπισία στους παρευρισκομένους, οι οποίοι συνειδητοποίησαν ότι παρόλες τις υποσχέσεις του Merten, οι Γερμανοί εφάρμοζαν πια φυλετικά μέτρα. Το Κοινοτικό Συμβούλιο επικεντρώθηκε στην επανεγκατάσταση 7.500 Εβραικών οικογενειών, που ήταν διάσπαρτες στην πόλη, στις δύο γειτονιές με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση Εβραίων. Την ίδια μέρα, τα μέλη του έσπευσαν στα γραφεία της Κοινότητας και οργάνωσαν δύο επιτροπές για την εκτέλεση των Γερμανικών εντολών. Στη μία επιτροπή ανατέθηκε η προετοιμασία απογραφής του εβραϊκού πληθυσμού, καθώς και η προμήθεια των ατομικών ταυτοτήτων και των διακριτικών του ΄Αστρου του Δαυίδ. Η άλλη επιτροπή έπρεπε να ετοιμαστεί για τη μετακίνηση και την από κοινού διαμονή οικογενειών στις δύο καθορισμένες περιοχές. Πολλές υποεπιτροπές εθελοντών δημιουργήθηκαν προκειμένου να συνεισφέρουν στην ολοκλήρωση αυτής της τεράστιας επιχείρησης μέχρι τις 25 Φεβρουαρίου.

Οι δυσκολίες που ανέκυπταν και η σειρά εντολών με τις οποίες τα SS βομβάρδιζαν τους ηγέτες της Κοινότητας μέσω του Κόρετς, δεν τους επέτρεψαν να σταματήσουν και να μελετήσουν λύσεις που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την ασφάλεια τους. Τα τηλέφωνα που είχαν στην ιδιοκτησία τους οι Εβραίοι έπρεπε να επιστραφούν στην τηλεφωνική εταιρεία, η επίπλωσή τους, τα χαλιά τους, έργα τέχνης αλλά και κουζινικά σκεύη έπρεπε να συγκεντρωθούν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στα γερμανικά γραφεία ή να αποθηκευτούν. Μέχρι σήμερα, οι λίγες οικογένειες επιζώντων δεν έχουν λάβει καμμία αποζημίωση για αυτή την επίσημα οργανωμένη ληστεία. Πάντως, το σκληρότερο από όλα τα νέα μέτρα ήταν η δημιουργία ενός σώματος εθνοφρουρών από νεαρούς Εβραίους, ρόλος του οποίου ήταν να επιβλέπει την αυστηρή εκτέλεση των μέτρων, δρώντας έτσι σαν βοηθητικό τμήμα των SS. Παρόλο όμως που στρατολογήθηκαν 500 νέοι άντρες και τέθηκαν κάτω από τις διαταγές του Αλμπάλα, οι περισσότεροι απέδρασαν και μόνο ελάχιστοι παρέμειναν να παίξουν το ρόλο του προδότη. Εν όψει των δυσκολιών που παρουσιάστηκαν αναφορικά με την αναγκαιότητα εφαρμογής των μέτρων σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα (15 ημέρες), οι ηγέτες της Κοινότητας αποφάσισαν να συναντήσουν το Merten και να του ζητήσουν μια αναθεώρηση των γερμανικών αποφάσεων. Αλλά ο Κόρετς αρνήθηκε να πάει και απαγόρευσε και στα μέλη του Συμβουλίου να συναντηθούν μαζί του.

Η εκτόπιση των Εβραίων.


Κατά την περίοδο αυτή, η περιοχή Βαρώνου Χίρς κοντά στο σταθμό του τρένου στο Βαρδάρη, περιφράχθηκε με συρματόπλεγμα και μετετράπη σε τοπικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, απομονωμένο από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Στους 600 κατοίκους εργατικής τάξης προστέθηκαν και 15 οικογένειες από τον κοντινό Λαγκαδά οι οποίες φυλακίστηκαν καταρχήν εκεί. Ο εβραϊκός πληθυσμός άρχισε να συγκεντρώνεται στο στρατόπεδο Βαρώνου Χίρς στις 25 Φεβρουαρίου. Το πρώτο τρένο που μετέφερε τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, έφυγε απ’ την πόλη στις 15 Μαρτίου κι έφτασε στο ΄Αουσβιτς στις 20 Μαρτίου. Από τους πρώτους 2.800 ανθρώπους που μεταφέρθηκαν εκεί, οι 2.191 πέθαναν σε θαλάμους αερίων αμέσως μετά την άφιξή τους.

Εκατόν πενήντα νομομαθείς Θεσσαλονικείς διαμαρτυρήθηκαν για τις απελάσεις και κατέθεσαν μια αίτηση για να αλλάξουν τα τρένα πορεία και να κατευθυνθούν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Οι διανοούμενοι της Αθήνας, συμπεριλαμβανομένου και του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, προσπάθησαν κι αυτοί με τη σειρά τους να μεσολαβήσουν υπέρ των Εβραίων.

Εν τω μεταξύ, ο Kόρετς προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει τις Ελληνικές Αρχές, ακόμα και τον ίδιο τον Πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη να μεσολαβήσουν. Τους ζήτησε να πιέσουν τους Γερμανούς ν’ αυξήσουν από 3.000 σε 15.000 τον αριθμό των Εβραίων και να τους απασχολήσουν εν ανάγκη στα καταναγκαστικά έργα, της οργάνωσης Todt. Η κίνηση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα την φυλάκιση του Αρχιραβίνου από τους Γερμανούς στο στρατόπεδο του Βαρώνου Χίρς.

Με εξαίρεση ελάχιστα άτομα που κατάφεραν να αποδράσουν και να ενταχθούν στην Ελληνική Αντίσταση ή να κρυφτούν στις πόλεις της Ιταλικής ζώνης με τη βοήθεια των χριστιανών φίλων τους, οι μοναδικοί που γλύτωσαν από την “τελική λύση” των Γερμανών ήταν λίγες εκατοντάδες Ισπανών και Ιταλών Εβραίων. Ακολουθώντας την συμφωνία του 1943, που υπεγράφη από τους Γερμανούς, είχαν το δικαίωμα να επαναπατρισθούν. Ο ισπανός πρόξενος στην Αθήνα Sibastian Romero Radigales κατάφερε να προστατεύσει 150 Ισπανούς Εβραίους στα νότια της χώρας. Ο Ιταλός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Guelfo Zamboni και ο στρατιωτικός ακόλουθος Lucillo Merci προστάτευσαν επίσης 750 Εβραίους μαζί με τα υπάρχοντά και τις περιουσίες τους, παρέχοντάς τους επίσημα πιστοποιητικά που τους επέτρεψαν να φθάσουν στην Ιταλική ζώνη.

Στις 8 Μαϊου 1943, 970 Εβραίοι από το Διδυμότειχο, 32 από το Σουφλί και 160 από τη Νέα Ορεστιάδα στη συνοριακή γραμμή με τη Βουλγαρία, μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη όπου ενώθηκαν με την αποστολή της 9ης Μαϊου 1943. ΄Οσο για τους υπόλοιπους, η μία εκτόπιση ακολούθησε την άλλη και ως τις 18 Αυγούστου 1943 ένα σύνολο 19 αποστολές αποτελούμενες από 48.533 ανθρώπους έφυγαν από την πόλη. Απο αυτούς, οι 37.387 πέθαναν σε θαλάμους αερίων αμέσως μετά την άφιξή τους στο Birkenau. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους πέθαναν σε στρατόπεδα εργασίας στο ΄Αουσβιτς. Στο τέλος του Αυγούστου 1943, η Θεσσαλονίκη, η Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων, με περισσότερα από 450 χρόνια Σεφαραδίτικης ζωής έγινε judenrein. Οι Γερμανοί ολοκλήρωσαν την πατριωτική αποστολή τους ακριβώς όπως είχε διατάξει ο στρατάρχης Keitel, στις 16 Δεκεμβρίου 1942 «...εφαρμόστε οποιοδήποτε μέτρο χωρίς περιορισμό, ακόμα και ενάντια σε γυναίκες και παιδιά, αν αυτά κρίνονται απαραίτητα για την επιτυχία. [Ανθρωπιστικές] λεπτότητες οποιουδήποτε είδους αποτελούν έγκλημα απέναντι στο γερμανικό κράτος».

Η τύχη των εβραϊκών περιουσιών


Από τη στιγμή που οι Εβραίοι περιορίστηκαν στα όρια των γκέττο, οι Γερμανοί ξεκίνησαν τις κατασχέσεις των περιουσιών τους και τη μεταφορά τους στους δικούς τους λογαριασμούς. ΄Ηταν πια ελεύθεροι να σφετεριστούν τα περιουσιακά στοιχεία των θυμάτων τους αλλά και να ανταμείψουν συνεργούς τους. Για τον σκοπό αυτό, ήδη από τις 7 Μαρτίου, ο Dr. Merten είχε δώσει οδηγίες στον Γενικό Διοικητή της Μακεδονίας, Βασ. Συμεωνίδη, για την ίδρυση ενός γραφείου ονόματι YΔIΠ, το οποίο θα είχε την ευθύνη της ανάθεσης των εβραϊκών επιχειρήσεων σε ελληνες «μεσεγγυούχους». Η διεύθυνση ανατέθηκε στον Ηλία Δούρο, Διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας Παρακατα-θηκών και Δανείων. Στο μεταξύ όμως, είχε ήδη γίνει τέτοια έκτασης λεηλασία, τόσο από ΄Ελληνες Ορθόδοξους πολίτες όσο και από Γερμανούς στρατιώτες, ώστε όταν ανέλαβε ο Δούρος, παραπονέθηκε ότι αδυνατούσε να καταγράψει περισσότερες από το ένα τρίτο των 1.898 Εβραϊκών επιχειρήσεων. Οι αιτήσεις των επίδοξων μεσεγγυούχων των περιουσιών αξιολογήθηκαν από μια ειδική επιτροπή μελών του Εμπορικού Επιμελητηρίου. Ο Merten, όμως, παρόλο που συχνά βοηθούσε την επιτροπή, παρενέβη προκειμένου να δώσει προτεραιότητα στις αιτήσεις των προστατευομένων του. Εκτιμάται ότι 12.000 συνεργάτες των Γερμανών εκμεταλλεύτηκαν αυτήν την κατάσταση. Κανένας τους δεν τιμωρήθηκε και από τις 600 αιτήσεις διεκδίκησης ακίνητης περιουσίας, που έγιναν από μια χούφτα Εβραίων επιζώντων το 1945, μόνο 30 ικανοποιήθηκαν. Η ΟΠΑΙΕ, που ιδρύθηκε το 1949, υπολόγισε την αξία της κατασχημένης ακίνητης περιουσίας στη Θεσσαλονίκη στα 102 εκατομ. χρυσά φράγκα και στα 25 εκατομ. χρυσά φράγκα την περιουσία των Εβραίων στην υπόλοιπη Ελλάδα, για την οποία μόνο το 15% αποζημιώθηκε. Υπολογίστηκε επίσης ότι η αξία της κινητής περιουσίας που εκλάπη στη Θεσσαλονίκη ανήρθε σε 169 εκατομ. χρυσά φράγκα και τα 32 εκατομ. στην υπόλοιπη Ελλάδα. Για την λεηλατημένη κινητή περιουσία, οι Εβραίοι έλαβαν μόνο το 1% της αξίας της.

Στην Αθήνα, η Γκεστάπο διόρισε τον Αρχιραβίνο Ελιάου Μπαρζιλάϊ ως Πρόεδρο της Κοινότητας. Ο Μπαρζιλάϊ, αντίθετα με τον ομολογό του στη Θεσσαλονίκη Κόρετς, έκανε ό,τι μπορούσε προκειμένου να παρεμποδίσει τα γερμανικά σχέδια. Διέλυσε το Κοινοτικό Συμβούλιο και συνέστησε μια μυστική ομάδα από επιφανείς πολίτες για ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση. ΄Οταν οι Γερμανοί πήραν τον έλεγχο και της ιταλικής ζώνης, άρχισαν να εφαρμόζουν όλα τα αντισημητικά μέτρα που είχαν εφαρμόσει και στο βορρά, ο D. Wisliceny εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα, διόρισε Κοινοτικό Συμβούλιο και διέταξε τον Ραββίνο Μπαρζιλάϊ να συντάξει ένα κατάλογο όλων των Εβραίων, με βάση τα κοινοτικά αρχεία. Ο Μπαρζιλάϊ έκαψε αμέσως όλα τα αρχεία και δραπέτευσε από την πόλη με την υποστήριξη και την ενθάρρυνση των κομμουνιστών εβραίων και των χριστιανών συντρόφων τους, που μετέφεραν αυτόν και την οικογένειά του στο κέντρο της ελληνικής αντίστασης. Τον Οκτώβριο του 1943, οι Γερμανοί διέταξαν τους Εβραίους της Αθήνας να καταγραφούν, αλλά η πλειονότητα απέφυγε να το κάνει. Τελικά, τον Μάρτιο του 1944 οι Γερμανοί συνέλαβαν 800 Εβραίους, τους μόνους στην Αθήνα που μπόρεσαν να πιάσουν και τους εκτόπισαν.

Στις άλλες πόλεις της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων των Ιωαννίνων, της ΄Αρτας, της Πρέβεζας, του Βόλου, της Λάρισας και των Τρικάλων, μερικοί Εβραίοι κατάφεραν να σωθούν χάρη στις τοπικές κοσμικές και θρησκευτικές αρχές ή χάρη σε χριστιανούς φίλους. Μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου του 1944 όμως, συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν στο ΄Αουσβιτς 5.200 Εβραίοι. Επίσης, τον Ιούνιο του 1944 εκτοπίστηκαν περίπου 1.800 Εβραίοι από την Κέρκυρα και 1.700 από τη Ρόδο.

Είναι αλήθεια ότι είναι δύσκολο να είναι κανείς ακριβής για τον συνολικό αριθμό των θυμάτων της εβραϊκής Γενοκτονίας Εν τούτοις, σύμφωνα με τις στατιστικές της Κεντρικής Επιτροπής των Εβραϊκών Κοινοτήτων της Ελλάδας (ΚΙΣ), αμέσως μετά την απελευθέρωση, το 87% του πληθυσμού των 79.950 ατόμων που ζούσαν προπολεμικά στην Ελλάδα, είχαν αφανισθεί. Η καταστροφή των εβραϊκών κοινοτήτων της Ελλάδας παρουσιάζει μία από τις υψηλότερες αναλογίες στην Ευρώπη, ειδικά σε σχέση με τη Θεσσαλονίκη που με ποσοστό 96% αποτελεί μία από τις χειρότερες περιπτώσεις. Μόνο 1.950 από τους 56.000 Εβραίους της Θεσσαλονίκης, επέζησαν του πολέμου. Από τις 31 Εβραϊκές Κοινότητες της Ελλάδας, μόνον 8 διατηρήθηκαν, ορισμένες με λιγότερα από 100 μέλη. Η Κοινότητα της Αθήνας αποτέλεσε εξαίρεση, επειδή ο αριθμός των μελών της αυξήθηκε λόγω των Εβραίων προσφύγων που συνέρρεαν από παντού και δεν μπορούσαν πια να γυρίσουν στις δικές τους κατεστραμμένες κοινότητες. Ο πίνακας που ακολουθεί είναι ενδεικτικός :

 

Περιοχές

Η κατάσταση το 1940

Εκτοπισθέντα άτομα

Η κατάσταση το 1947

Η κατάσταση το 1959

 

 

 

 

 

Θράκη

2,852

2,692

74

38

Mακεδονία

62,800

51,162

2,309

1,410

Θεσσαλία

2,727

405

1,831

856

Στερεά Ελλάδα

3,825

1,780

5,100

2,669

Πελοπόννησος

337

90

152

37

Ήπειρος

2,584

2,384

238

115

Νησιά

4,825

4,060

667

135

 

 

 

 

 

ΣΥΝΟΛΟ

79,950

62,573

10,371

5,260