27.1.2015
Γι
ώργος Πυλιχός

Για την Ματίκα, την Τζένη, την Μπέρυ, την Λίλη, τον Σλόμο, τον Λεόν, τον Βενιαμίν, τον Henryk που οι ψυχές τους απελευθερωμένες από τους γήινους εφιάλτες τριγυρίζουν σημερα ξαλαφρωμένες πάνω από το "σπίτι του θανάτου"...

Απόψε η σκέψη μου είναι στο στρατόπεδο. Έχει πολύ κρύο τώρα, όπως πάντα τέτοια εποχή. Έχει και ομίχλη. Η όψη της Πύλης του Θανάτου θα φαντάζει αχνή, στην επιγραφή θα έχουν κρυσταλλώσει οι σταγόνες της βροχής. Η lagerstrasse γλιστερή, επικίνδυνη, απόκοσμη, φωτισμένη, εκεί στο τέρμα της οδηγεί όπως και πριν 70 χρόνια στο θάνατο… Ένα θάνατο άδικο, βρώμικο, βάρβαρο, ελεεινό που καμιά ύπαρξη στη γη δεν όφειλε να έχει.

Θυμάμαι τους ανθρώπους που γνώρισα, που πέρασαν από εκεί, που “έζησαν”…. Στην αρχή με είδαν καχύποπτα και με το δίκιο τους. Γιατί να ασχοληθώ με το θέμα τους; Γιατί να σκαλίζω τις πληγές τους και να απασφαλίζω όλα αυτά που και οι εφιάλτες ίσως να σέβονταν στα ταραγμένα βράδια που ζουν... Δεν ξέρω. Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις. Και δεν θέλω να βρω απάντηση.

Όταν ο Henryk Mandelbaum με επέπληξε γιατί φωτογραφίζω μέσα στο κρεματόριο και του απάντησα πως έχω άδεια, δείχνοντάς του το «μαγικό χαρτάκι», μου ζήτησε ευγενικά συγγνώμη και πέρασε έξω. Τον βρήκα έξω μετά από λίγο, ακουμπισμένο σε ένα τοίχο, κουρασμένο, περιτριγυρισμένο από μικρά παιδιά, μαθητές. “Έλα δω, μου λέει, δεν είσαι Εβραίος... Ναι, του απαντώ. Τότε γιατί ασχολείσαι με το Άουσβιτς; Τι σημασία έχει αν είμαι Εβραίος ή Χριστιανός, ο Θεός είναι Ένας, του λέω κι εγώ. Και τότε σηκώνει αργά το μανίκι του αριστερού χεριού του και μου δείχνει τον αριθμό”. Με κοίταξε απότομα στα μάτια -ένας γλυκός άνθρωπος, ένα τρυφερό γεροντάκι- και μου λέει, με φωνή σκληρή, κοφτή –που δε σήκωνε αντίλογο:
«Αν υπάρχει Θεός γιατί δεν πέρασε από εδώ; Δεν υπάρχει Θεός. Κι αν υπάρχει και τον δω, θα τον φτύσω…”

Θυμάμαι τον Χάιντς Κούνιο όταν βγαίναμε από το Άουσβιτς, το κεντρικό στρατόπεδο. Γύρισε και κοίταξε κατά το μπλοκ που ήταν κρατούμενος. Μα ήταν σαν να μην είχε μάτια… Σταμάτησε λίγο, “κοίταζε” την Κομαντατούρ. Με έπιασε από τον ώμο, μάλλον στηρίχτηκε λίγο επάνω μου, είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει, σουρούπωνε. Περάσαμε την πύλη με την ειρωνική επιγραφή Arbeit Macht Frei. “Δεν έχει σημασία αν έζησα. Όποιος πέρασε απ’ αυτή την πόρτα, είναι για πάντα εδώ».

Η Νίνα Άντζελ είναι μια γλύκα. Το πρώτο πράγμα που θέλεις όταν την βλέπεις είναι να την αγκαλιάσεις και να την φιλήσεις πολλές φορές. “Ο γιατρός μου είπε να πάρω λεξοτανίλ, πριν έρθεις, μου είπε. Αλλά εγώ δεν πήρα, θέλω να θυμάμαι.... Και δεν θα κλάψω”. Και τι δεν μου είπε... Αλλά έκλαψε, έκλαψε πολύ... Θέλω να ξεχάσω την εικόνα αυτή. Όπως μιλούσαμε, ήρεμα, αλλά σε φορτισμένη συγκινησιακά ατμόσφαιρα, κοιτάζει το ρολόι του τοίχου. Και η ματιά της αγριεύει. Βλέπω τη Νταίζη, την κόρη της να ταράζεται. Δεν πρόλαβα να καταλάβω. Αρχίζει η Νίνα μου ένα κλάμα που ίσως και στις αρχαίες τραγωδίες να μην υπάρχει όμοιο. «Τρία λεπτά... Κοίτα το ρολόι. Λένε πως τρία λεπτά έκανε το αέριο για να τους σκοτώσει. Κοίτα πόση ώρα είναι τρία λεπτά.... Ποιος πέθανε πρώτα, η μανούλα μου που κράταγε τον Νταβίκο, τεσσάρων χρονών, στην αγκαλιά της, ή ο Νταβίκος. Και εγω εκεί θα ήμουν θα με καίγανε, αλλά γλίτωσα. Γιατί; Δεν πρόδωσα, δεν έκλεψα, δεν σκότωσα. Με σκοτώνουν γιατί είμαι Εβραία”….

Η Τζένη Γιομτώβ με περίμενε στην πόρτα του διαμερίσματος. Χτυπημένη βαριά από αρρώστια, δεν έδειχνε τίποτα. Μπορεί και να πονούσε πολύ. Μέχρι να την φτάσω ένοιωθα πως με “ακτινογράφησε”. Με αγκαλιάζει, με φιλάει, και δηλώνει: “Σε αγάπησα από το τηλέφωνο, γι αυτό θα σου μιλήσω. Ούτε στο SHOAH δε μίλησα. Για σένα πήγα και στο κομμωτήριο για να είμαι όμορφη!” Είπαμε πολλά. Αλλά θα σταματήσω σ’ αυτό “Όταν μπήκαν οι Γερμανοί για να μας πάρουν -δεν πρόλαβε ο αρραβωνιαστικός μου να μας φυγαδεύσει- κάνανε ντου οι γείτονες…. Οι φίλοι μας…. Αφήστε να φύγουμε πρώτα και πάρτε όλα τους είπα…” Μου μίλησε για πολλά. Τα πιο σοβαρά όμως τα μιλήσαμε με τη γλώσσα των ματιών και της καρδιάς. Είναι τα μυστικά μας. Έκλεισε το μάτι “Μόνο για εμάς”. Γελούσε κάποια στιγμή…. “Εγώ ήμουν τσαούσα”, μου λέει. “Είπα, ΘΑ ΖΗΣΩ!!!”

Η Μπέρυ Ναχμία είχε αρχίσει να ξεχνά. Πανέμορφη. Μου έδειχνε τα υπέροχα χέρια της με τις τέλειες αναλογίες. Ήθελε ο Μένγκελε να της τα κόψει για να μουν σε ανθρωπολογικό μουσείο. Δεν πρόλαβε. Πρόσεξα πως προφύλαγε τα χέρια της, σαν να φοβόταν όταν τα έδειχνε. Το ένστικτο, πιο δυνατό από τη μνήμη…. Μου διάβαζε κομμάτια από το βιβλίο της. Τραγούδησε “Μην κλαις μικρή Σπανιόλα μην λυπάσαι, όλα θα γίνουν όπως θες". Το έλεγα όταν γίνονταν οι διαλογές για το ποιες από μας θα πάνε για το αέριο. Μου ήρθε κάποια στιγμή στο μυαλό και από τότε, κάθε φορά έρχονταν οι μπλοκόβες με τους SS για τη διαλογή το έλεγα ψιθυριστά.... Μην κλαις μικρή Σπανιόλα μην λυπάσαι, όλα θα γίνουν όπως θες…. Το είχα για γούρι”.

Ο Βενιαμίν Καπόν χτύπησε τη γροθιά στο τραπέζι και μίλησε δυνατά, άγρια και απελπισμένα. “Ότι και να διάβασες, ότι και να είδες, ότι και να σου είπαν, όσες φορές και να πας, δεν ξέρεις τίποτα. ΑΜΑ ΔΕΝ ΤΟ ΕΖΗΣΕΣ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΙΛΑΣ ΓΙΑ ΑΥΤΟ! Όταν μας πήγανε στο Μπέλσεν από το Άουσβιτς, πατάγμαμε σε πτώματα, κοιμόμαστε πάνω σε πτώματα, ξυπνάγαμε με τα πτώματα. Φάγαμε ανθρώπινο κρέας… Πώς νομίζεις ότι ζήσαμε…. Γιατί πάθαμε τύφο…. Και δε με νοιάζει αν δε με πιστεύεις. Και, πρόσεξε, μην κρίνεις ποτέ και κατακρίνεις ότι κι αν ακούσεις για εμάς. ΑΜΑ ΔΕΝ ΤΟ ΕΖΗΣΕΣ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΙΛΑΣ ΓΙΑ ΑΥΤΟ!” Φοβήθηκα πως θα πάθει έμφραγμα….

Η Ζάννα Σαατζόγλου έχει τα πιο υπέροχα γαλανά μάτια που έχω δει. Μιλά σιγά, απαλά, τρυφερά.... Κάποια στιγμή, καθώς μου διηγείται την ιστορία της στο στρατόπεδο, γέρνει και μου ψιθυρίζει «Αυτά που πέρασα εκεί, δεν είναι τίποτα μπροστά σ΄αυτά που πέρασα εδώ. Παντρεύτηκα χριστιανό. Για του Εβραίους ήμουν η προδότης, για τους Χριστιανούς η ξένη... Μεγάλωσα με τα παιδιά μου μέσα στη μοναξιά...»

Ο Σάμη Μοντιάνο, ένας από τους τρεις επιζώντες Εβραίους της Ρόδου, ζήτησε να συναντηθούμε στο Άουσβιτς. Κατοικεί στη Ρώμη. Χειμώνας, πολύ χιόνι, -15.... Με βλέπω με τα μουτόν, τις μπότες, τους σκούφους, τα γάντια και αναρωτιέμαι, πώς, μα πώς επέζησαν έστω αυτοί οι λίγοι άνθρωποι με ένα πάνινο σακάκι και παντελόνι, με ξύλινα τσόκαρα δουλεύοντας στο ύπαιθρο από το χάραμα μέχρι το σούρουπο. Τι δύναμη μπορεί να κρύβει ένας άνθρωπος ή τι θέληση για ζωή..... Με αγκάλιασε σφιχτά, με φιλούσε και άρχισε να κλαίει... «Σ΄ευχαριστώ γι αυτό που κάνεις, πρώτη φορά μιλώ ελληνικά για το Άουσβιτς....» Έπαθα σοκ. Με πήρε από το χέρι, «θα πάμε κάπου οι δυο μας, μόνοι μας, εκεί πάω πάντα μόνος»... Το συνόδευαν εκτός από τη σύζυγό του, τρεις Ιταλοί υπουργοί, η διευθύντρια της RAI και 150 μαθητές.... Περάσαμε τα παραπήγματα της Καραντίνας και με οδήγησε σε ένα πυλώνα πριν τον ηλεκτροφόρο φράχτη. Έβγαλε από την τσέπη του ένα βοτσαλάκι, το άφησε στον πυλώνα, προσευχήθηκε με την κιπά του και έκλαιγε, έκλαιγε.... «Εδώ συναντιόμουνα με την αδελφούλα μου. Ήταν πίσω από απ το συρματόπλεγμα στον άλλο τομέα. Μιλούσαμε στα γρήγορα και κρυφά. Την τελευταία φορά μου είπε, δεν αντέχω Σάμη, θα πάω στο ρεβίρ [νοσοκομείο]. Όχι, όχι, το ρεβίρ είναι θάνατος, το ξέρεις... Πήγαινα και ξαναπήγαινα κάθε απόγευμα, την ίδια ώρα μετά τη δουλειά. Δεν την ξαναείδα... Κάθε καλοκαίρι που πάω στη Ρόδο, παίρνω ένα βότσαλο και της το αφήνω εδώ, να βλέπει πως τη θυμάμαι, να θυμάται τα καλοκαίρια μας στο νησί... Όχι στη λίμνη με τις στάχτες, εδώ, εδώ είναι ζωντανή....»

Ο Σλόμο Βενέτσια ήταν αυστηρός, λίγο απότομος, λίγο απόμακρος.... Στη Ρώμη. Αισθανόμουν άβολα. Κατέβαζε τη μάσκα οξυγόνου για να μιλήσει λίγο και μετά πάλι. «Άργησες να έρθεις να με βρεις. Μη με βλέπεις έτσι, δεν ήμουν έτσι». Κατάλαβα πως έκανε μεγάλη παραχώρηση για να μου μιλήσει. Τη συνάντηση αυτή την οφείλω στον Ζαν Κοέν. Διαφορετικά δε θα δεχόταν ποτέ να με δει. Δυσκολευόταν στην αρχή να μιλήσει Ελληνικά, αλλά ήθελε να μιλήσει στα Ελληνικά. «Πρώτη φορά έρχεται κάποιος από την Ελλάδα να μιλήσουμε, θέλω Ελληνικά». Ήταν δύσκολος και πολύ προσεκτικός συνομιλητής. Αλλά ακριβέστατος και λεπτομερής σ' αυτά για τα οποία αποφάσιζε πως θέλει να μιλήσει. Η ιδιότητα του Ζόντερκομαντο που είχε στο στρατόπεδο [δούλευε στα κρεματόρια] σίγουρα του δημιουργούσε ενοχές και οι ερωτήσεις που τολμούσα να κάνω ήταν δύσκολες. Ευτυχώς, ο Ζαν με τις παρεμβάσεις του έσωζε την κατάσταση. Αλλά καταλάβαινα πως καταβάθος με συμπάθησε. Με «διάβαζε» πριν ρωτήσω κάτι και με κοιτούσε σαν να μου έλεγε, πρόσεχε τώρα τι θα ρωτήσεις, γιατί θα σε πετάξω έξω.... Ήταν και η καταπόνηση της υγείας του. Μια στιγμή, με την κάμερα “on” λέει, «θα σου τραγουδήσω το τραγούδι που λέγαμε οι Έλληνες Ζόντερκομαντο όταν επιστρέφαμε από τους λάκκους. Οι Γερμανοί μας διέταζαν, Έλληνες τραγουδάτε, κι εμείς –βέβαια δεν καταλάβαιναν ελληνικά αλλά τους άρεσε ο ρυθμός, κάτι σαν εμβατήριο- "Την ελληνική μου τη σημαία, Θεέ μου πώς την αγαπώ. Την πατρίδα μου στους ξένους, μάνα, δεν τη δίνω εγώ, προτιμάω να σκοτωθώ". Και τώρα παρακάλω να φύγετε, τελειώσαμε, θέλω να ξεκουραστώ.... Μετά ένα χρόνο συνάντησα τη σύζυγο του τυχαία στο Μπίρκεναου. «Ο Σλόμο έφυγε, το ξέρεις;» «Ναι, το έχω μάθει» «Σε συμπάθησε, αλλά ήταν δύσκολος γιατί ήταν αδύναμος πια και δεν ήθελε να τον βλέπουν έτσι.. Άργησες.... Όταν έρθεις πάλι εδώ, να του φέρεις μια πετρούλα από την πατρίδα του»....

Ο Τζάκος Μιζάν είναι ένας αιώνιος έφηβος. Ζει για να μιλά για το Ολοκαύτωμα μέσα από την προσωπική του εμπειρία στο Μπίρκεναου αλλά και τη γενική γνώση. Μου είναι αυστηρός και με μαλώνει όταν δεν του απαντώ αμέσως στα τηλεφωνήματά του. Τον αγαπώ πολύ. Αξίζει να τον ακούν όλοι να δίνει διαλέξεις και να δείχνει με υπερηφάνεια τον χαραγμένο αριθμό του μπράτσου του. Πανέξυπνος συνομιλητής, με οδηγεί στα δικά του μονοπάτια, αλλά που και μου πετά το αγκίστρι να δει αν καταλαβαίνω.... Και τότε αγαπιόμαστε ακόμη πιο πολύ!

Η Βάσω Σταματίου είναι μόνη της μια ιστορία. Φοιτήτρια επονίτισσα, βρίσκεται από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς. Χριστιανή Ορθόδοξή. Πανέμορφη, πανέξυπνη με εκπληκτική μνήμη. Λατρευτή. Μέσα σε όλα τη ρώτησα για μια φίλη της από στρατόπεδο. Εκεί βουρκώνει, ταράζεται και ξεχνά τα δικά της βάσανα. Για τα δικά της είναι ψύχραιμη. «Ναι, την ξαναβρήκα στη Θεσσαλονίκη, την έψαξα με λαχτάρα να την βρω. Ήμασταν συνομήλικες, αλλά είδα μια γριά, με μια τεράστια τρύπα εκεί που θα έπρεπε να έχει το στήθος της. Είχε περάσει από το Μπλοκ 10.... [το Μπλοκ των ιατρικών πειραμάτων]. Ντρεπόμουν που είχα συνέλθει από το στρατόπεδο, που ήμουν ξανά νέα και όμορφη, έτοιμη για τη ζωή. Αισθάνθηκα ένοχη.... Δεν θέλησε να με ξαναδεί, την έχασα....»

Η Ευτυχούλα Εσδρά είναι μια ευγενέστατη κυρία από τα Γιάννενα. Από τότε που της έκανε ένα πείραμα ο Μένγκελε, η μνήμη της αδυνάτισε απότομα. «Τα γαλλικά μου, οι τύποι της χημείας, τα μαθηματικά, ήταν σαν να διαγράφτηκαν από το μυαλό μου». Δεν μιλά πολύ, δεν θέλει να γυρνά πίσω....

Τη Ματίκα Αζαριά τη λάτρεψα. Όταν έφυγε ήταν σαν να έχασα δικό μου άνθρωπο. Είχαμε δημιουργήσει ένα μοναδικό, δικό μας κώδικα επικοινωνίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Πήγαινα στη Θεσσαλονίκη και την έβλεπα τακτικά. Της άρεσαν πολύ τα λουλούδια. Είχαμε λοιπόν φτιάξει το κηπάκι μας στο μπαλκόνι της. Κάθε φορά που έφευγα, με ρωτούσε αυστηρά πότε θα ξαναπάω. Και σιγανά στ΄αυτί «Σ’αγαπάω». Μου είπε πολλά. Αλλά είναι τα μυστικά μας αυτά. Δεν θα γραφτούν ποτέ. Δεν μου είπε άλλα που τη ρωτούσα... Με κοιτούσε στα μάτια με νόημα και έλεγε κοφτά: «Αυτό δεν το γνωρίζω. Δεν το έχω ακούσει». Τότε δε σήκωνε άλλη κουβέντα. Υπάρχει μια μυστική συμφωνία, ένας όρκος σιωπής για πολλά που διαδραματίστηκαν στο στρατόπεδο....Μου λείπει η Ματίκα. Πάω στην Πλατεία Αριστοτέλους και βλέπω τη κηπάκι μας από κάτω.... Το φροντίζει η Νταίζη βέβαια. Η Ματίκα όμως δεν είναι πια εκεί. Μου έμεινε η αγάπη της, η εμπιστοσύνη της, η ματιά της.... και η Νταίζη. Άξια κόρη, άξιας μητέρας!

Τον Λεόν Κοέν δεν τον γνώρισα. Έχει φύγει πριν πολλά χρόνια. Είναι όμως να να βρίσκεται γύρω. Οι μαγνητοσκοπημένες αρχειακές συνεντεύξεις του, το βιβλίο του, αλλά κυρίως τα χειρόγραφα απομνημονεύματά του που μου έκανε την τιμή να εμπιστευτεί ο γιος του Ζαν, τον έχουν κάνει κι αυτόν δικό μου άνθρωπο. “Αγαπημένε μου Ζαννίκο” αρχίζει η αφήγηση….. Ο Κοέν, ο «Λεωνίκος» του Κρεματορίου ΙΙΙ στο Μπίρκεναου υπήρξε μια μεγάλη μορφή στα γεγονότα της θρυλικής εξέγερσης των Ζόντεροκομαντο. Ο ίδιος μέλος της «επαναστατικής επιτροπής του στρατοπέδου» και εκπρόσωπος όλων των Ελλήνων που «υπηρετούσαν» στα κρεματόρια είναι ο μόνος που δίνει την πραγματική διάσταση της ελληνικής συμμετοχής στο revolt. Γνωρίζοντας άπταιστα πέντε γλώσσες, 32 χρονών τότε (1944), έχοντας την εμπειρία του αλβανικού μετώπου ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για τον συντονισμό των Ελλήνων, όπως επιβεβαίωσε και ο Σλόμο Βενέτσια. Δεν θέλω να αναφερθώ τώρα στο revolt και τις ανακρίβειες που έχουν γραφτεί χωρίς καμιά ιστορική έρευνα. Δεν είναι του παρόντος. Όταν όμως μπήκαμε στο Αρχείο του στρατοπέδου [Μπλοκ 24] και ζητήσαμε με τον Ζαν τον φάκελο του πατέρα του, από τον σεβασμό που έδειξαν καταλάβαινες πολλά…..

Βλέπω τον Ζαν αεικίνητο και έφηβο, να προσπερνά με θράσος την απαγορευτική κορδέλα εισόδου στο κρεματόριο ΙΙΙ και να ελίσσεται σαν αίλουρος μέσα στα χαλάσματα για να βρεθεί εκεί ακριβώς, στο δωμάτιο που ο πατέρας του εκτελούσε το θλιβερό καθηκον να αφαιρεί τα χρυσά δόντια από τους θανατωμένους στο θάλαμο αερίων. Έμεινε ώρα εκεί, με μεγάλη συγκίνηση. Και πήγε στη λίμνη με τις στάχτες για “καντίς”. Για την οικογένειά που ξεκληρίστηκε, τη λατρευτή αδελφή της μητέρας του τη Λίλη, για όλους… Τους Κοέν τους έχω σαν οικογένειά μου, η Ζερμαίν, η μητέρα του είναι μια γυναίκα απ’ αυτές που δεν ξαναγεννιούνται.

Σε λίγο θα ξημερώσει στο Άουσβιτς. Πριν 70 χρόνια σαν σήμερα μερικοί ανθρώπινοι σκελετοί που μπορούσαν να αναπνέουν σώθηκαν από τον κόκκινο στρατό, για να μπορούμε να μαθαίνουμε εμείς....

Στο Άουσβιτς το χώμα είναι μαύρο. Είναι μαύρο από τις στάχτες. Όπου και να περπατήσεις, μην τολμήσεις να σκάψεις ούτε με το πόδι σου. Ο υδροφόρος ορίζοντας έχει μεταφέρει τους τόνους στάχτης είκοσι χιλιόμετρα γύρω από το στρατόπεδο σε ένα βάθος 30 εκατοστών. Καμμένα κόκαλα και μαλλιά βρίσκονται ακομα.

Οι σημύδες θέριεψαν με ανθρώπινο λίπασμα. Με τα φύλλα τους τις νύχτες ψιθυρίζουν οι ψυχές των αθώων. Οι ψυχές των παιδιών. Σε τι μπορούσε να έχει φταίξει ένα παιδί, που βύζαινε ακόμα τη μάνα του…. Όταν “αυτός ο σαδιστής, ο μεθύστακας, ο μονόφθαλμος κηπουρός και χοιροβοσκός, το εικοσιεπτάχρονο τσογλάνι, έλιωνε τα κεφάλια τον μωρών στη σημύδα της αυλής του Κρεματορίου IV, για το κέφι του και λίγο πιο πέρα έβαζε τα σκυλιά του να ρίχνουν τις γυναίκες να καούν ζωντανές στο λάκκο….”

Σας μαύρισα τη μέρα, το ξέρω -αν τα διαβάσετε βέβαια, αλλά να μην ξεχνιόμαστε….. 70 χρόνια πίσω δεν είναι πολλά…