Haaretz  Τρίτη18.2.2020
Rosie Whitehouse

Η αληθινή ιστορία του πως εκατοντάδες νεαροί επιζώντες του Ολοκαυτώματος αποκαταστάθηκαν στη μεταπολεμική Βρετανία. Σε πάνω από 700 ορφανά εβραιόπουλα δόθηκε η ευκαιρία να ξαναχτίσουν τη ζωή τους μετά τη Shoah. Αλλά πολλές λεπτομέρειες για το πως αυτή η ομάδα παιδιών που έμεινε γνωστή ως «τα αγόρια» ήρθε στην Αγγλία και έπειτα έφυγε, παρέμεναν άγνωστες – μέχρι τώρα.

Στο ηλιόλουστο μπαλκόνι της στο Κφαρ Σαβά (Kfar Sava), η Τζούντι Πάστερνακ (Judy Pasternak), 56 χρονών, μου δείχνει το πιο πολύτιμο απόκτημά της: ένα φθαρμένο, μπορντό σημειωματάριο που ανήκε στον πατέρα της, Τζέικομπ Γκλίκσον (Jacob Glickshon). Στις καθαρογραμμένες σελίδες του, λέει την ιστορία του γιου ενός τσαγκάρη από την Τσεστόχοβα της Πολωνίας που επιβίωσε της καταναγκαστικής εργασίας, των στρατοπέδων συγκέντρωσης και ενός εξουθενωτικού μηνιαίου ταξιδιού σε ένα παγωμένο, ανοιχτό από πάνω βαγόνι, χωρίς τίποτα για φαγητό. Κολλημένη σε μια του σελίδα είναι μια φωτογραφία, τραβηγμένη λίγες εβδομάδες πριν το τέλος του πολέμου, δείχνοντας τρεις εφήβους που έχουν κουλουριαστεί στη γωνιά του βαγονιού, ενώ παραδίπλα κείται ένα πτώμα. Ενώ ήταν στο τρένο, ο Γκλίκσον είχε ένα όνειρο στο οποίο ο πατέρας του, του είπε ότι τα επόμενα γενέθλιά του θα ήταν τα καλύτερα της ζωής του. Στις 8 Μαΐου του 1945, έγινε 18 και απελευθερώθηκε από το στρατόπεδο συγκέντρωσης-γκέτο του Τερέζιενσταντ (Τερεζίν) στην Τσεχοσλοβακία από τον Κόκκινο Στρατό. Ο Γκλίκσον έγραψε στο ημερολόγιό του την Άνοιξη του 1945, ενώ ανάρρωνε σε μια κλινική στο Λάφτον (Loughton), 25 χιλιόμετρα βορειοανατολικά από το κεντρικό Λονδίνο. Τον είχανε φέρει στη Βρετανία τον Αύγουστο του 1945 μέσω του Κεντρικού Βρετανικού Ταμείου (πλέον Παγκόσμιας Εβραϊκής Αρωγής) ως ένας από τους 300 νεαρούς επιζώντες του Ολοκαυτώματος. Αφού πέρασαν μια περίοδο στο Lake District της Αγγλίας, οι νεαροί στάλθηκαν σε κρατικά άσυλα σε όλη τη Βρετανία. Είχαν επιλεγεί από 2.000 επιζώντες του Τερέζιενσταντ και θα παρέμεναν στενά δεμένοι φίλοι μέσα από αυτή την ομάδα που πήρε το όνομα «Τα Αγόρια». Οι υπάλληλοι που φρόντιζαν τα παιδιά, άρχισαν να χρησιμοποιούν αυτό τον όρο για αυτά αμέσως μόλις έφτασαν από την Τσεχοσλοβακία – και το όνομα τους έμεινε. Αν και η ιστορία τους έχει ήδη ειπωθεί από τον Βρετανό ιστορικό Μάρτιν Γκίλμπερτ (Martin Gilbert) το 1996 στο βιβλίο του «Τα Αγόρια: ο Θρίαμβος απέναντι σε κάθε Κακουχία» (“The Boys: Triumph Over Adversity”), πολλές πλευρές της ιστορίας τους παραμένουν άγνωστες – ακόμα και στα ίδια τα μέλη αυτής της ομάδας.

Ενωμένη Ομάδα Το Νοέμβριο του 2018 με προσέγγισε η οργάνωση ‘45 Aid Society, the Boys’ με σκοπό να με προτρέψει να μάθω περισσότερα για του 731 νεολαίους που τελικά έφτασαν στη Βρετανία. Για έξι μήνες εντρυφούσα στα αρχεία του Λονδίνου και της Πράγας και περνούσα πολλές ώρες μιλώντας με επιζώντες και τις οικογένειές τους. Προς έκπληξή μου, κανείς ποτέ δεν είχε δημιουργήσει μια λίστα όλων των παιδιών που είχαν έρθει με το πρόγραμμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, ούτε και ρώτησε πως τα πρώτα 300 παιδιά ήρθαν στη Βρετανία. Ένας αριθμός των παιδιών-επιζώντων που οδηγήθηκαν από τους Ναζί στο Τερέζιενσταντ στις τελευταίες μέρες του πολέμου είχαν δημιουργήσει μεταξύ τους στο στρατόπεδο ισχυρές φιλίες, αλλά τότε ακόμη δεν ήταν μια ενωμένη ομάδα. Ήταν η δράση τριών αγοριών από το Πιότρκοβ (Piotrkow) της Πολωνίας που θα ωθούσε τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Σαμ και ο Ιζιντόρ Ρόζενμπλατ (Sam, Isidore Rosenblat) είχαν επιβιώσει του πολέμου και γνώριζαν ότι υπήρχαν πολλά σαστισμένα ορφανά παιδιά, χωρίς κανένα δεσμό που περιπλανιούνταν γύρω από το στρατόπεδο. Κατάφεραν να στεγάσουν τους εφήβους σε ξεχωριστούς στρατώνες του Τερέζιενσταντ και ο Σαμ και ο Ιζιντόρ μπαίνανε μέσα σε αυτούς για να δούνε πως περνάνε τα αγόρια και τα κορίτσια που μένανε εκεί. Ο Άϊζακ Φίνκελσταϊν (Isaac Finkelstein) που είχε επιβιώσει με τον νεότερο αδερφό του Σέβεκ (Sevek), πλέον Σίντνεϊ Φίνκελ (Sidney Finkel), πηγαίνανε μαζί τους. Ως αποτέλεσμα, η ομάδα έγινε μια ενωμένη οντότητα που θα μπορούσε εύκολα να μετακινηθεί ως μια μονάδα. Ενώ προχωρούσε ο επαναπατρισμός των επιζώντων στις πατρίδες τους τον Μάιο του 1945, ο ρεπόρτερ του BBC, Ντέϊβιντ Γκράχαμ (David Graham) έφτασε στο Τερέζιενσταντ. Οι ραδιοφωνικές του ανταποκρίσεις μετέφεραν νέα από τη δυστυχία των επιζώντων στο επίκεντρο της προσοχής του βρετανικού κοινού, την ίδια εποχή που ο Εβραίος φιλάνθρωπος Λέοναρντ Μοντεφιόρε (Leonard Montefiore) είχε αιτηθεί στο Βρετανικό Υπουργείο Εσωτερικών να δοθεί σε χίλια ορφανά εβραιόπουλα η ευκαιρία μιας νέας ζωής στη Βρετανία. Συμφωνήθηκε ότι η Βασιλική Αεροπορία της Βρετανίας, η οποία γυρνούσε Τσέχους στρατιώτες που είχαν υπηρετήσει τους Συμμάχους, στην πατρίδα τους, θα πετούσε αυτά τα παιδιά στη Βρετανία με πτήσεις επιστροφής, ώστε να τους φροντίσει έπειτα το Κεντρικό Βρετανικό Ταμείο. Στην Έντιθ Λάουερ (Edith Lauer), μια πρώην κρατούμενη του Τερέζιενσταντ που πλέον επέβλεπε την εκεί νεολαία του στρατοπέδου, ανατέθηκε να φτιάξει μια λίστα 300 παιδιών (δηλαδή τον αριθμό των παιδιών που θα χωρούσαν στα αεροπλάνα). Η ίδια θα πετούσε με την τελευταία πτήση και τα πιο μικρά σε ηλικία παιδιά.

Για Πάντα Ευγνώμονες Η ιστορία τους ειπώθηκε πρόσφατα στην δραματική ταινία του BBC με τίτλο «Τα Παιδιά του Γουίντερμιρ» (The Windermere Children), το οποίο είχε να κάνει με τις εμπειρίες των νεαρών αυτών καθώς ξεκινούσαν να ξαναχτίσουν τις ζωές τους στο Λέικ Ντίστρικτ υπό την επίβλεψη μιας ομάδας της οποίας ηγούταν ο Γερμανός παιδοψυχολόγος Όσκαρ Φρίντμαν (Oscar Friedmann).

Το τρέιλερ του «The Windermere Children» Επρόκειτο για μια αποστολή διάσωσης που ενέπνευσε στα παιδιά θαυμασμό και αιώνια ευγνωμοσύνη προς τους Βρετανούς. Ούτε ένα μέλος της ομάδας δεν μίλησε με κακά λόγια για το Κεντρικό Εβραϊκό Ταμείο και τον Λέοναρντ Μοντεφιόρε συγκεκριμένα. Ωστόσο, η βρετανική κυβέρνηση δεν ήταν τόσο γενναιόδωρη όσο κανείς θα πίστευε. Όπως έγινε και στην περίπτωση του Kindertransport με το οποίο είχαν έρθει χιλιάδες εβραιόπουλα που βρίσκονταν σε κίνδυνο στην Βρετανία μεταξύ 1938 και 1940 – ούτε ένα σεντ των χρημάτων των φορολογούμενων δεν δόθηκε για να φροντίσουν τα παιδιά. Τα χρήματα της φροντίδας για αυτά, κάποια εκ των οποίων ήταν βρέφη, έπρεπε να μαζευτούν μεταξύ ιδιωτικών κύκλων και προέρχονταν κυρίως από την εβραϊκή κοινότητα.

Στα παιδιά δόθηκαν βίζες – και υπήρχαν αυστηροί κανονισμοί για το ποιος θα τις έπαιρνε. Τα παιδιά που δεχόταν το Ηνωμένο Βασίλειο έπρεπε να είναι ορφανά, κάτω από 16 χρονών. Υπήρχαν σαράντα παιδιά, κάτω των 12 ετών ανάμεσα στα τριακόσια που έφτασαν τον Αύγουστο του 1945, αλλά η μεγάλη πλειοψηφία των εφήβων, όπως ο Γκλίκσον, είπαν ψέματα για την ηλικία τους. Δεν είχαν εξάλλου χαρτιά ταυτοποίησης που θα έδειχναν κάτι άλλο από αυτό που λέγανε. Ψάχνοντας την ιστορία των Αγοριών, άκουσα αμέτρητες περιπτώσεις επιζώντων και εμπλεκόμενων στην φροντίδα τους ότι υπήρξαν μόνο ογδόντα κορίτσια στην ομάδα. Όταν έφτιαξα μια λίστα με τα ονόματά τους από τους εύκολα αναγνωρίσιμους αριθμούς Εκτοπισμένων Προσώπων, αποκαλύφθηκε τελικά ότι από το σύνολο των παιδιών που στάλθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο υπήρχαν εκατόν-ενενήντα κορίτσια. Από που προέκυψε λοιπόν ο αρχικός αριθμός «ογδόντα» παραμένει μυστήριο. Τα Αγόρια που έφτασαν το 1945 στεγάστηκαν για φροντίδα σε τριάντα θεσμικά άσυλα, πολλά από αυτά σε μεγάλες επαύλεις, διασκορπισμένες σε ολόκληρη τη χώρα. Ο φύλακας και η οικονόμος έπαιζαν τους γονεϊκούς ρόλους για αυτά τα παιδιά και τα γεύματα λάμβαναν χώρα στην τραπεζαρία, διατηρώντας έτσι μια ομοιότητα με την οικογενειακή ζωή. Το Κεντρικό Βρετανικό Ταμείο ήταν αποφασισμένο να αφομοιωθούν αυτά τα παιδιά στη βρετανική κοινωνία όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ο Μοντεφιόρε ήθελε όσα παιδιά είχε αναλάβει να μοιάζουν κανονικοί Άγγλοι και τους δόθηκαν κοστούμια από τα καταστήματα λιανικής Burton, ολόιδια με αυτά που δίνονταν στους αποστρατευμένους Βρετανούς στρατιώτες. Στα κορίτσια δίνονταν γυναικεία κοστούμια αλλά και μεταχειρισμένα φορέματα. Το να μάθουν αγγλικά ήταν η κύρια προτεραιότητα, καθώς το Κεντρικό Βρετανικό Ταμείο σκόπευε να εγκαταστήσει τα παιδιά στο μέλλον στον Καναδά και σε άλλες περιοχές της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ακόμα πιο σημαντικό ήταν να βρούνε ποια ήταν αυτά τα παιδιά και ποιες ήταν οι ελπίδες τους για το μέλλον. Ο Γκλίκσον και οι έφηβοι επιζώντες φίλοι του στο Λάφτον πήραν από ένα πολωνο-αγγλικό λεξικό και ένα αντίτυπο της εφημερίδας Jewish Chronicle και αφέθηκαν να μάθουν μόνοι τους τη γλώσσα. Ενθαρρύνθηκαν επίσης να ξεκινήσουν κάποιο χόμπι. Ο Γκλίκσον διάλεξε τη συλλογή γραμματοσήμων – μια επιλογή που θα άλλαζε τη ζωή του. Μια μέρα στην προσπάθειά του να βελτιώσει τα αγγλικά του, μετέφρασε μια μικρή διαφήμιση στην Jewish Chronicle από κάποια Μάργκαρετ Ραφαέλ (Margaret Raphael), μια νεαρή Εβραία από την Μπούρμα (τη σημερινή Μιανμάρ) η οποία έψαχνε κάποιον για να ανταλλάξουνε γραμματόσημα. Τα γράμματα μεταξύ τους εν τέλει εξελίχθηκαν σε μια ερωτική σχέση από απόσταση, μια πρόσκληση στο Ρανγκούν και έπειτα σε έναν γάμο.

Φιλίες για μια ζωή Όπως και πολλοί άλλοι από την ομάδα, ο Γκλίκσον δεν ήθελε τη Βρετανία για πατρίδα του – κυρίως επειδή οι βίζες που είχαν δοθεί στα παιδιά αυτά ίσχυαν μόνο για δύο χρόνια. Μέχρι να μάθουν αγγλικά και να εγκλιματιστούν στο νέο τους σπίτι, έπρεπε ξανά να φύγουν – σε μέρη όπως ο Καναδάς, το νεοσυσταθέν κράτος του Ισραήλ, η Αργεντινή, η Κολομβία και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Παρά την εξέλιξη αυτή, τα Αγόρια δημιούργησαν φιλίες για μια ζωή και όταν κάποτε έκαναν παιδιά, έγιναν όλα μαζί μια εκτεταμένη οικογένεια που παρέμεινε σε επικοινωνία μέσω της «’45 Aid Society». Η οργάνωση αυτή, που ιδρύθηκε το 1963, δεν ήταν απλώς μια κοινωνική οργάνωση αλλά ένας τρόπος υποστήριξης των μελών της που δεν τα είχαν βγάλει πέρα εύκολα. Ωστόσο, πολλοί από την ομάδα θα πέθαιναν νέοι λόγω ασθενειών σχετιζόμενων με τις εμπειρίες τους στο Ολοκαύτωμα. Για παράδειγμα, όταν ο Φίσελ Κάμπελ (Fischel Kampel) πέθανε από λευχαιμία το 1965 σε ηλικία 35 ετών στο βόρειο Λονδίνο, οι γιατροί είπαν στη σύζυγό του ότι η αρρώστια του προκλήθηκε από την έκθεσή του σε επικίνδυνα χημικά στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Η οργάνωση επίσης δημοσιεύει ένα ετήσιο περιοδικό το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή του Γκλίκσον. Αν και οι περισσότεροι της οικογένειάς του πέθαναν στο στρατόπεδο εξόντωσης της Τρεμπλίνκα στην κατεχόμενη από τους Ναζί Πολωνία, ο Γκλίκσον είχε καταφέρει να μείνει μαζί με τον μεγάλο του αδερφό Μανουέλ μέχρι που τους χωρίσανε το 1943, μας λέει η κόρη του, Τζούντι Πάστερνακ. Αν και ο Τζέικομπ έψαχνε τον αδερφό του μετά τον πόλεμο, δεν γνώριζε ότι ο αδερφός του Μανουέλ είχε αλλάξει το όνομά του σε «Μέντελ», στη μνήμη του νεότερου αδερφού τους, που ήταν 7 χρονών όταν δολοφονήθηκε από τους Ναζί. Ούτε ο Μανουέλ γνώριζε ότι ο αδερφός του είχε αλλάξει το όνομά του από «Γιάκουμπ Γκλίκσον» (Jakub Glikson) σε «Τζέικομπ Γκλίκσον» (Jacob Glickshon). Η Πάστερνακ λέει ότι το 1968 ένα από τα Αγόρια διάβαζε ένα αντίτυπο του περιοδικού της «’45 Aid Society» σε ένα μπαρ στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας. Το άφησε στο μπαρ όταν πήγε στην τουαλέτα σε κάποια φάση. Ο Μέντελ Γκλίκσον έτυχε να κάθεται παραδίπλα σε αυτό το μπαρ και άρχισε να ξεφυλλίζει τη στήλη των νέων. Έδειξε σε έναν φίλο του παραδίπλα μια φωτογραφία ενός ανθρώπου στο περιοδικό, λέγοντάς του ότι αν ο αδερφός του είχε επιζήσει, θα έμοιαζε κάπως έτσι. Εκείνη τη στιγμή, αυτός στον οποίο ανήκε το περιοδικό επέστρεψε και είπε στον Γκλίκσον με χαρά ότι αυτός ο άνθρωπος στη φωτογραφία ήταν πράγματι ο χαμένος εδώ και χρόνια αδερφός του. Τα δύο αδέρφια επανενώθηκαν έναν χρόνο αργότερα στη Βραζιλία. «Τα Αγόρια σήμαιναν τα πάντα για τον πατέρα μου και όταν πήγαμε στο Ισραήλ το 1970 έκαναν τα πάντα για να τον βοηθήσουν», λέει η Πάστερνακ. «Ένα από τα Αγόρια, ο Ντέιβιντ Χίρσφελντ [David Hirschfeld], κάποτε μου έδωσε ένα αρκουδάκι», προσθέτει. Το πρώτο σπίτι της οικογένειας Γκλίκσον ήταν στην οδό Χαμπανίμ (στα εβραϊκά «Οδός των Αγοριών»), στο μπλοκ 5, στο διαμέρισμα 8, στο Κφαρ Σαβά. Ο Τζέϊκομπ Γκλίκσον «διάλεξε το σπίτι χωρίς καν να το δει γιατί θεώρησε ότι ήταν ένα σημάδι της τύχης», λέει η Πάστερνακ. Δυστυχώς ο Τζέικομπ πέθανε σε ηλικία 59 ετών, αλλά η κόρη του θυμάται ότι όχι πολύ αργότερα, ένα από τα Αγόρια έφτασε από το Λονδίνο με έναν φάκελο γεμάτο λεφτά για τη χήρα μητέρα της. Ο γεννημένος Πολωνός Χίρσφελντ (το γένος David Hirszfeld, το 1929) είχε επιζήσει από έξι στρατόπεδα συγκέντρωσης και στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και ήταν ένα από τα πρώτα Αγόρια που δήλωσαν εθελοντές πολεμιστές της Χαγκανά (του παράνομου στρατού των Εβραίων της Παλαιστίνης προτού φτιαχτεί το κράτος του Ισραήλ, κατά την περίοδο της Βρετανικής Εντολής). Δήλωσε εθελοντής μάλιστα χωρίς να το πει στον αδερφό του Μονιέκ – το μόνο άλλο μέλος της οικογένειάς του που επιβίωσε του Ολοκαυτώματος -–καθώς «ήταν παράνομη δραστηριότητα και δεν ήθελα να τον επηρεάσω να πάρει ένα αντίστοιχο ρίσκο», έγραψε αργότερα σε μια δήλωσή του για τον ιστορικό Μάρτιν Γκίλμπερτ. «Μπορεί να είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί άνθρωποι σαν και εμάς που μετά βίας σωθήκαμε από την εξόντωση, διαλέξαμε να γίνουμε εθελοντές», πρόσθεσε, εξηγώντας ότι «ήταν ουσιώδες για τον εβραϊκό λαό να έχουν ένα δικό τους μέρος, όπου να μπορούν να αυτοπροστατευτούν και να έχουν τις δικές τους ένοπλες δυνάμεις». Στο βιβλίο του, ο Γκίλμπερτ έγραψε ότι σαράντα από τα Αγόρια πολέμησαν τελικά στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας του Ισραήλ. Ο γεννημένος στο Λοτζ της Πολωνίας Μέντελ Σίλμπερσταιν (Mendel Silberstein), πλέον 93 ετών, επίσης επέζησε έξι στρατοπέδων συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Στη συνέχεια θα υπηρετούσε ως ιατρικός αξιωματικός σε πέντε πολέμους του Ισραήλ, ξεκινώντας με αυτόν της Ανεξαρτησίας το 1948. Τον συνάντησα τον περασμένο Μάρτιο στο διαμέρισμά του στο Τελ Αβίβ όπου μου έδειξε με περηφάνια τις φωτογραφίες του μαζί με άλλα μέλη της ομάδας, με τις στολές του ισραηλινού στρατού. Σταμάτησε την αφήγηση και με ρώτησε «Πως είναι τα αγγλικά μου μετά από τόσα χρόνια; Σπάνια τα μιλάω». Έπειτα γύρισε μια ακόμα σελίδα του άλμπουμ με τις φωτογραφίες του για να αποκαλυφθεί η ίδια ακριβώς φωτογραφία που είχε ο Γκλίκσον στο δικό του ημερολόγιο – τρεις νεαρούς μαζεμένους σε μια πλευρά ενός ανοιχτού βαγονιού τρένου. «Η ομάδα ήταν η οικογένειά μου», μου είπε.

Ακανθώδης Σχέση Η ταινία «Τα Παιδιά του Γουίντερμιρ» εστιάζει στις ιστορίες των επιζώντων που τελικά εγκαταστάθηκαν στη Βρετανία. Εξετάζει επιφανειακά δε το γεγονός ότι μέρες μόλις μετά την απελευθέρωση του Τερέζιενσταντ, όταν ο Ερυθρός Σταυρός ρώτησε τα Αγόρια που θα ήθελαν να ξεκινήσουν μια νέα ζωή, η συντριπτική τους πλειοψηφία απάντησε «στην Παλαιστίνη» [σύμφωνα με τους φακέλους του Κεντρικού Βρετανικού Ταμείου και της Διεθνούς Υπηρεσίας Αναζήτησης Προσώπων τα οποία σήμερα είναι γνωστά Αρχεία Άρολσεν (Arolsen Archives)]. Πολλοί διάλεξαν μια διαδρομή διαφυγής μέσω Βρετανίας με την ελπίδα ότι θα μεταφερθούν γρήγορα στη Βρετανική Παλαιστίνη. Ο Γκίλμπερτ σημείωσε στο βιβλίο του «Τα Αγόρια» ότι πολλοί μάθαιναν επίσης εβραϊκά κατά τα πρώτα τους χρόνια στη Βρετανία. Και η έρευνά μου δείχνει ότι, ενώ είναι αδύνατον να έχουμε έναν ακριβή αριθμό, λιγότερα από τα μισά Αγόρια τελικά εγκαταστάθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στην πραγματικότητα, η ιστορία των Αγοριών δεν είναι απλά μια ιστορία αποκατάστασης θυμάτων των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αλλά μια ακανθώδης μεταπολεμική ιστορία των σχέσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και των εβραϊκών κοινοτήτων στη Βρετανία και παγκοσμίως καθώς η Αυτοκρατορία κατέρρεε. Ενώ το βρετανικό Υπουργείο Εσωτερικών προσέφερε βίζες στα εβραιόπουλα ώστε να αποκατασταθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Υπουργείο Εξωτερικών διατηρούσε από πλευράς του, τους αυστηρούς περιορισμούς μετανάστευσης στην Παλαιστίνη με βάση τη Λευκή Βίβλο του 1939.

Όπως έγραψε ο Γκλίκσον στο ημερολόγιό του από την ασφάλεια του Λάφτον το 1946, οι επιζώντες -πολλοί εκ των οποίων μικρά παιδιά- προσπαθούσαν απεγνωσμένα να φτάσουν στην Παλαιστίνη στοιβαγμένα σε υπερπληθή καράβια μεταναστών. Σε αυτά τα καράβια επέδραμε με τη σειρά του το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό και οι πρόσφυγες φυλακίζονταν στο κέντρο κράτησης του Ατλίτ, κοντά στη Χάϊφα. Πολλά από τα Αγόρια ήταν τυχερά ώστε να ανακαλύψουν κάποιο συγγενή τους που είχε επιζήσει του πολέμου και τα είχε εντοπίσει να σαπίζουν σε κάποιο στρατόπεδο εκτοπισμένων ατόμων στη Γερμανία ή την Αυστρία, ανήμπορα να ταξιδέψουν οπουδήποτε. Το ημερολόγιο του Γκλίκσον περιέχει εξάλλου φωτογραφίες της πρώτης μαζικής διαδήλωσης της εβραϊκής κοινότητας στη Βρετανία, στην πλατεία Τραφάλγκαρ του Λονδίνου. Η πορεία έλαβε χώρα μετά τις συλλήψεις της εβραϊκής ηγεσίας στην Παλαιστίνη κατά τη διάρκεια της Επιχείρησης Άγκαθα τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1946, όταν η εβραϊκή αντίσταση άρχισε να απειλεί τις ζωές των Βρετανών στρατιωτών. Δοκίμασε την αφοσίωση των Βρετανών Εβραίων, αυτών που νοιάζονταν για τα Αγόρια στα άσυλα όλης της χώρας και τη σχέση των επιζώντων με τη νέα τους πατρίδα.

Αν και η βρετανική κυβέρνηση πρόσφερε χίλιες βίζες σε παιδιά-επιζώντες του Ολοκαυτώματος, μόνον οι 731 δόθηκαν στην πραγματικότητα – όχι οι 732 που αναφέρεται συνήθως σαν αριθμός. Κατά την έρευνά μου, ανακάλυψα ότι δύο παιδιά το έσκασαν από την τελική μεταφορά προς το Ηνωμένο Βασίλειο τον Ιούνιο του 1946, ενώ ένα άλλο αγόρι κατάφερε να χωθεί σε αυτή τη μεταφορά παίρνοντας τη θέση του ενός από αυτά. Όλοι οι επιζώντες θεωρούσαν ότι οι υπόλοιπες 269 βίζες δεν χρησιμοποιήθηκαν επειδή δεν μπορούσαν να βρεθούν άλλα παιδιά που να πλοιρούν τα κριτήρια. Αλλά τα έγγραφα του Κεντρικού Βρετανικού Ταμείου που υπάρχουν στα Μητροπολιτικά Αρχεία του Λονδίνου μας λένε μια διαφορετική ιστορία. Στη Γερμανία, το Κεντρικό Βρετανικό Ταμείο συνάντησε ισχυρή αντίθεση στο να μεταφέρει νέους επιζώντες στη Βρετανία από τα στρατόπεδα εκτοπισμένων, μετά την πρώτη του επιτυχή αερομεταφορά. Τον Οκτώβριο του 1945, μια μεταφορά 120 παιδιών-επιζώντων από το Μόναχο παραλίγο θα εμποδιζόταν να φύγει από το αεροδρόμιο επειδή η Επιτροπή για τους Απελευθερωμένους Εβραίους της Βαυαρίας ήθελε όλα τα ορφανά παιδιά-επιζώντες να μεταφερθούν στην Παλαιστίνη. Τα παιδιά επιτράπηκε τελικά να ταξιδέψουν μετά την παρέμβαση ενός ραβίνου, όπως μου είπανε μέλη των Αγοριών, που είπε ότι αν στα παιδιά υποσχέθηκαν να τα πάνε στη Βρετανία, είναι σημαντικό να τηρηθεί αυτή η υπόσχεση. Παρόλα αυτά, πολλοί νέοι πίστευαν ότι αυτός ήταν ο πιο γρήγορος τρόπος να φτάσουν στην Παλαιστίνη.

Στο Μπέργκεν-Μπέλσεν, η Κεντρική Επιτροπή των Απελευθερωμένων Εβραίων σταμάτησε μια μεταφορά με πάνω από 200 παιδιά που έφευγαν για Βρετανία όταν τα βρήκανε στο στρατόπεδο εκτοπισμένων ραβίνοι που δεν ήθελαν τα παιδιά να τοποθετηθούν σε μη-εβραϊκά σπίτια -–όπως είχε γίνει εξάλλου με όσα παιδιά είχε φέρει το Κεντρικό Βρετανικό Ταμείο το 1938-1939 μέσω του Kindertransport. Ως αποτέλεσμα αυτού, το Κεντρικό Βρετανικό Ταμείο έστρεψε τις προσπάθειές του κυρίως στην Τσεχοσλοβακία, όπου η ιστορία των Αγοριών πια ρίχνει ένα πολύ ενδιαφέρον φως στη συνολική ιστορία των κρίσιμων χρόνων ανάμεσα στο τέλος του Ολοκαυτώματος και την ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ.

Σημείο Ρήξης Στο κομψό του καθιστικό στο Τελ Αβίβ, ο συλλέκτης τέχνης και ιδιοκτήτης μιας γκαλερί Μείρ Στερν (Meir Stern) σκέφτεται τη δική του ιστορία ως ένα από τα Αγόρια. Έφτασε στη Βρετανία τον Ιούνιο του 1946, με την τελευταία μεταφορά των παιδιών-επιζώντων που οργανώθηκε από το Κεντρικό Βρετανικό Ταμείο. Δεν δραπέτευε τότε μονάχα από τον τρόμο του Ολοκαυτώματος, αλλά και από τον τσέχικο εθνικισμό, τον αντισημιτισμό και την απειλή του σταλινισμού.

Στη μεταπολεμική Τσεχοσλοβακία ήταν δύσκολο για τους Εβραίους να πάρουν βοήθεια από το κράτος και προτεραιότητα δινόταν στους Εβραίους που είχαν ανακηρυχθεί ως τσέχικης ή σλοβάκικης εθνικότητας με βάση το νόμο του 1930. Η μητέρα του Μείρ, που επέζησε του Άουσβιτς μαζί με τα παιδιά της, είχε καταφέρει να εγγραφεί ως Τσέχα αλλά ακόμη φοβόταν για το μέλλον της οικογένειάς της. Ο Στερν μεγάλωσε στα μακρινά Καρπάθια Όρη, στην ανατολική κορυφή της Τσεχοσλοβακίας. Τον Ιούλιο του 1945, η περιοχή επισήμως ανήκε στη Σοβιετική Ένωση. Ο Στερν, η μητέρα του και τρεις αδερφές του ανήκαν στους 20.000 επιζώντες Εβραίους των Καρπαθίων που είχαν αναζητήσει καταφύγιο στη Δυτική Τσεχοσλοβακία. Οι τσεχοσλοβάκικες αρχές, απρόθυμες να αντιτεθούν στις σοβιετικές απαιτήσεις, σκεφτόντουσαν τον επαναπατρισμό των Καρπάθιων Εβραίων – κάτι που όμως θα τους καθιστούσε ανίκανους πια να τηρούν τα θρησκευτικά τους έθιμα. Ο Στερν, όπως τα περισσότερα εβραιόπουλα των Καρπαθίων, είχαν διαπαιδαγωγηθεί εξολοκλήρου στα εβραϊκά στο Εβραϊκό Γυμνάσιο του Μουνκάτς (Munkács), μια πόλη που είναι επίσης γνωστή ως Μουκατσέβο (Mukachevo) στην Ουκρανία. Σε αντίθεση με πολλά από τα Αγόρια, αυτός έχει ακόμα σχολικές αναφορές και φωτογραφίες της τάξης του. Τόσο αυτόν όσο και τους φίλους του μπορούμε να τους δούμε να φοράνε μπλε βελούδινα σκουφιά με τις δέκα εντολές γραμμένες πάνω τους.

«Την Άνοιξη του 1946», θυμάται ο Στερν, «η μητέρα μου εντόπισε μια ανακοίνωση στη συναγωγή της Πράγας που έλεγε ότι τα ορφανά εβραιόπουλα στέλνονταν στη Βρετανία. Αποφάσισε να με γράψει τότε σε αυτά τα μητρώα μαζί με την αδερφή μου Έλσα.» Εκείνη την εποχή, όμως, τα κονδύλια του Κεντρικού Βρετανικού Ταμείου είχαν σχεδόν τελειώσει. Την αρχική μεταφορά 300 παιδιών από τον Τερέζιενσταντ είχε ακολουθήσει άλλη μία με 120 παιδιά από το Μόναχο τον Οκτώβριο του 1945. Τρεις επιπλέον μεταφορές έφτασαν στο Ηνωμένο Βασίλειο την Άνοιξη του 1946, μία με πλοίο από το Γκντανσκ της Πολωνίας και άλλες δύο από την Πράγα. Επιπλέον, η οργάνωση υποστήριζε πολλές ακόμη μεταφορές παιδιών στη Βρετανία κι ακόμη βοηθούσε απεγνωσμένες εβραϊκές κοινότητες που είχαν ανάγκες σε ολόκληρη τη ρημαγμένη από τον πόλεμο Ευρώπη. Δεν υπήρχε καμία κρατική βοήθεια και τα χρήματα για φιλανθρωπία ήταν ελάχιστα στη μεταπολεμική Βρετανία. Ένα ετερόκλητο τσούρμο άρρωστων Εβραίων εφήβων δεν ήταν ελκυστικοί υποψήφιοι για δωρεές με τον ίδιο τρόπο που ήταν τα αθώα μικρά παιδάκια που κρατούσαν τα αρκουδάκια τους κατά την πρώτη μεταφορά παιδιών (Kindertransport) που είχε λάβει χώρα οκτώ χρόνια πριν.

Απειλή Παραίτησης Όταν ο Στερν έφτασε στη Βρετανία, θυμάται: «Μας βάλανε στα Προσωρινά Άσυλα των Εβραίων στο East End του Λονδίνου. Υπήρχε μια εστία με τέσσερα πατώματα που κανονικά τη χρησιμοποιούσανε για άπορους ενήλικες.» Αυτή δεν ήταν η φροντίδα πολυτελείας που δείχνει η ταινία «Τα Παιδιά του Γουίντερμιρ» - και βέβαια δεν ήταν αυτό που ο φιλάνθρωπος Μοντεφιόρε είχε κατά νου για τα «αγόρια» του. Σε μια συνάντηση της επιτροπής στις 3 Ιουνίου του 1946, ο Μοντεφιόρε είπε ότι θα παραιτηθεί από το Κεντρικό Βρετανικό Ταμείο αν το ίδρυμα προσανατολιστεί στη «μαζική μετανάστευση» και τη στέγαση των παιδιών σε μεγάλες μονάδες. Πίστευε ότι είναι σημαντικότερο τα Αγόρια που είναι ήδη στο Ηνωμένο Βασίλειο να λάβουν σωστή φροντίδα παρά να παρασχεθεί ακατάλληλη φροντίδα σε μερικές εκατοντάδες ακόμα. Η επιτροπή συμφώνησε μαζί του και οι μεταφορές σταματήσανε. Όλες οι προσπάθειες πια προσανατολίστηκαν σε αυτούς που ήθελαν να μείνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και να βοηθήσουν αυτούς που δεν βρήκαν μια νέα πατρίδα στο εξωτερικό. Έναν μήνα αργότερα, στις 4 Ιουλίου, το πογκρόμ του Κίλτσε (Kielce) θα δυναμίτιζε μια νέα εβραϊκή προσφυγική κρίση καθώς χιλιάδες επιζώντες –εκατοντάδων ορφανών συμπεριλαμβανομένων– εγκατέλειψαν οριστικά την Πολωνία, με πρόθεση να εγκατασταθούν πια στην Παλαιστίνη. Τον ίδιο ακριβώς μήνα, οι Βρετανοί αποφάσισαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή πλέον από το να φυλακίζουν σε στρατόπεδα κράτησης στην Κύπρο όσους έμπαιναν παράνομα στην Παλαιστίνη. Εκατοντάδες ορφανοί επιζώντες του Ολοκαυτώματος πέρασαν μήνες σε άθλιες συνθήκες σε αυτό το νησί, καθώς τόσο η βρετανική κυβέρνηση όσο και ο υπόλοιπος κόσμος δεν ενδιαφερόταν και τόσο για το ζήτημα. Πολλά από τα Αγόρια έχουν μιλήσει δημόσια για το πως τα κατάφεραν χάρη στο Κεντρικό Βρετανικό Ταμείο και τις ευκαιρίες που τους δόθηκαν. Όλα τα άτομα από τα οποία πήρα συνέντευξη λένε ότι ήταν το ξεκίνημα για μια νέα ζωή και ότι τους δόθηκε ένα μέλλον που ποτέ δεν πίστεψαν ότι θα είχαν. Ο Μείρ Στερν μου είπε «Ήμουν άτακτος, δεν ήθελα να διαβάζω. Ήμουν επίσης άρρωστος και είχα περάσει καιρό σε ένα σανατόριο. Η μητέρα μου ήλπιζε ότι αν με έστελνε στη Βρετανία, κάπως θα με φροντίζανε – και είχε δίκιο!» Η Ρόζι Γουάιτχαουζ είναι η συγγραφέας του βιβλίου «The People On The Beach: Escape from Europe After the Holocaust» που θα εκδοθεί από τις εκδόσεις Hurst τον Σεπτέμβριο του 2020.֍

Αρχική Πηγή: https://www.haaretz.com/jewish/features/.premium-how-hundreds-of-young-holocaust-survivors-were-rehabilitated-in-postwar-britain-1.8527132?fbclid=IwAR3_RCZQs7FzeBxDvYYwH476QGkf3DfxIdkVWz1OE6Zl2AH_nQSIeiCYkrk

Δευτερεύουσα Πηγή:https://israelstories.wixsite.com/mysite/post/the-second-kindertransport