24.5.2004

 

Πρόσφατα στην ιστοσελίδα του, ο Κώστας Μπετινάκης, ένας διακεκριμένος Ελληνας δημοσιογράφος, γνωστός για τις αντι – Ισραηλινές απόψεις του, κατηγόρησε τους Ελληνες Εβραίους ότι είναι μαριονέτες του Ισραήλ, ότι παρεμβαίνουν στον Ελληνικό Τύπο και ότι προσπαθούν να φιμώσουν κάθε ειλικρινή κριτική εναντίον της «φασιστικής» πολιτικής του Ισραήλ. Το πρόσχημα ήταν μία υποτιθέμενη επίσημη διαμαρτυρία του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδας (ΚΙΣ), που αντιπροσωπεύει τους Ελληνικό Εβραϊσμό, στην ΕΣΗΕΑ, τον οργανισμό που ευθύνεται για την δημοσιογραφική δεοντολογία στην Ελλάδα. Η διαμαρτυρία αφορούσε μία σειρά από αντισημιτικές γελοιογραφείες που εμφανίστηκαν στον Ελληνικό Τύπο μετά την δολοφονία του Πνευματικού Ηγέτη της Χαμάς, Σεϊχη Αχμέντ Γιασίν, από τις Ισραηλινές Ενοπλες Δυνάμεις.

Το πρόβλημα; Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε καμία επίσημη διαμαρτυρία από το ΚΙΣ.

Λίγο μετά την δολοφονία του Γιασίν, ο Πρόεδρος του ΚΙΣ, κ. Μωϋσής Κωνσταντίνης όντως είχε μία συνάντηση με τον κ. Μανώλη Μαθιουδάκη, Πρόεδρο της ΕΣΗΕΑ στις 16 Απριλίου. Μεταξύ άλλων, έγινε συζήτηση και για την παρουσίαση της κατάστασης στη Μέση Ανατολή στον Ελληνικό Τύπο. Μετά το πέρας της συνάντησης, ο Πρόεδρος του ΚΙΣ έστειλε μία επιστολή στον κ. Μαθιουδάκη, μαζί με ένα συνημμένο κείμενο το οποίο περιείχε αρκετές αντισημιτικές γελοιογραφείες από τον Ελληνικό Τύπο. Η επιστολή σε καμία περίπτωση δεν ήταν επίσημη διαμαρτυρία. Μάλιστα, το κείμενο της επιστολής αναφέρει ρητά ότι οι Ελληνες Εβραίοι «γνωρίζουμε τις δημοκρατικές αξίες που χαρακτηρίζουν την μεγάλη πλειοψηφία του δημοσιογραφικού κόσμου και την μακριά από ρατσιστικές αρχές πάγια πολιτική της ΕΣΗΕΑ,» και για το τον λόγο αυτό το ΚΙΣ ήθελε απλώς να επιστήσει τις γελοιογραφίες στην προσοχή του κ. Μαθιουδάκη.

Μία ιδιαίτερη ακραία γελοιογραφία, του σκιτσογράφου ΚΥΡ δείχνει μία συζήτηση για την δολοφονία του Γιασίν μεταξύ δύο Ελλήνων χωρικών, όπου ο ένας ρωτάει τον άλλον: «Γιατί σκότωσε ο Σαρόν έναν θρησκευτικό ηγέτη;» Ο άλλος απαντάει λέγοντας, «Κάνουν πρόβες για το Πάσχα,» επαναλαμβάνοντας την γνωστή κατηγορία κατά των Εβραίων για Θεοκτονία.

Αρκετές μεγάλες Εβραϊκές οργανώσεις, όπως ο Σύνδεσμος κατά της Δυσφήμισης (Anti – Defamation League) έχουν στείλει επιστολές διαμαρτυρίας στην Ελληνική Κυβέρνηση για τις αντισημιτικές εκφράσεις στον Ελληνικό Τύπο.

Οι αντι – Ισραηλινές και αντι – Εβραϊκές δραστηριότητες του κυρίου Μπετινάκη δεν αποτελούν κάτι καινούργιο. Ως πρώην Υπεύθυνος Διεθνών Θεμάτων στα «Νέα», τη μεγαλύτερη Ελληνική εφημερίδα, συχνά παρέλειπε να αναφέρει ειδήσεις που αφορούσαν μεγάλης κλίμακας τρομοκρατικές επιθέσεις Παλαιστινίων στο Ισραήλ. Η ιστοσελίδα του φιλοξενεί περήφανα ένα άρθρο για το Ισραήλ που έγραψε στην εφημερίδα το 2001 όπου δήλωσε ότι «οι σιδηρόφραχτοι χωροφύλακες των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή θυμίζουν καρικατούρα Εβραίου εμποράκου αθετώντας τις υποσχέσεις και τις υπογραφές τους.» (15.2.2001) Φυσικά η ιστοσελίδα του δεν αναφέρει ότι τα «Νέα» ζήτησαν συγγνώμη από το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος (17.2.01) όταν διαμαρτυρήθηκε για τους χαρακτηρισμούς του κυρίου Μπετινάκη για τους Εβραίους.

Το Νοέμβριο του 2002, όταν το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ), ένας Ελληνικός μη κρατικός φορέας που συνδέεται με την Διεθνή Ομοσπονδία του Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα., δημοσίευσε μία εκτενή έκθεση για τον αντισημιτισμό στην Ελλάδα, ο Κώστας Μπετινάκης επιτέθηκε στην Πρεσβεία του Ισραήλ στην Αθήνα, λέγοντας ότι είχε καταρτίσει μία «μαύρη λίστα» με Ελληνες δημοσιογράφους. Το «τρομερό έγκλημα» της Ισραηλινής Πρεσβείας ήταν ότι επαναδιένειμε την έκθεση μέσω e-mail σε αρκετούς Ελληνες δημοσιογράφους παρόλο που ήταν ήδη στο διαδίκτυο και είχε ήδη σταλεί από το ΕΠΣΕ σε πάνω από 3000 αποδέκτες σε όλον τον Κόσμο.

Μπορεί κανείς να βγάλει αρκετά συμπεράσματα από τις δραστηριότητες του κυρίου Μπετινάκη. Πρώτον, είναι προφανές ότι ο κύριος Μπετινάκης και κάποιοι Ελληνες συνάδελφοί του, πιστεύουν ότι η ελευθερία του λόγου ισχύει μόνο για τους ίδιους. Οποιαδήποτε διαμαρτυρία εναντίον του αντισημιτισμού ή οποιαδήποτε διαφορετική άποψη από την δικιά τους πλασάρεται σαν μία προσπάθεια «λογοκρισίας.»