04/11/2004

 ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ


Ο Μοχάμεντ Γιάσερ Αμπντούλ Ραούφ Κούντουα Αλ Χουσέϊνι, γνωστός σαν Γιασέρ Αραφάτ, ήταν το πέμπτο παιδί από τα επτά παιδιά ενός Παλαιστίνιου εμπόρου υφασμάτων, και γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου 1929. Σύμφωνα με τον Αραφάτ και άλλες πηγές, γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ. Όμως στο βιβλίο τους με τίτλο «Οι Επτά Ζωές του Αραφάτ» (1997, οι Γάλλοι ιστορικοί του Αραφάτ, Kριστόφ Μπολτάνσκι και Τζιχάν Αλ Ταχίρι, αποκαλύπτουν ότι στην πραγματικότητα ο Αραφάτ γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου όπου έχει και ληξιαρχική πράξη γέννησης. Η Παλαιστινιακή Κοινωνική Ακαδημία για την Μελέτη Διεθνών Θεμάτων αναφέρει επίσης το Κάιρο ως τον τόπο γέννησης του Αραφάτ. Ο Ιαν Πατσέπα, πρώην αξιωματούχος στις μυστικές υπηρεσίες της Ρουμανίας, αποκάλυψε ότι η Κα Γκε Μπε είχε εφεύρει ένα ιστορικό για τον Αραφάτ που είχε ως τόπο γέννησής του την Ιερουσαλήμ.

Οι ισχυρισμοί ότι ο Αραφάτ είχε μέσω της μητέρας του, συγγένεια με την οικογένεια Χουσέινι της Ιερουσαλήμ, διαψεύδονται από τον Παλαιστίνιο ιστορικό Σαϊντ Αμπουρίς. Σε μία μη εξουσιοδοτημένη βιογραφία, ο Αμπουρίς, ισχυρίζεται ότι «ο νέος Αραφάτ ήθελε να προβάλλει την Παλαιστινιακή του ταυτότητα για να διεκδικήσει τελικά την ηγεσία . . . και δεν μπορούσε να παραδεχθεί κάποια γεγονότα που την υποβάθμιζαν. Με επιμονή ο Αραφάτ συνέχιζε να προωθεί τον μύθο ότι γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ και ότι είχε συγγένεια με την σημαντική οικογένεια Χουσέινι της πόλης.»

Τα παιδικά χρόνια του Αραφάτ μοιράστηκαν ανάμεσα το Κάιρο και την Ιερουσαλήμ, όπου έζησε για τέσσερα χρόνια με έναν θείο του, μετά τον θάνατο της μητέρας του όταν ήταν 5 ετών. Ο Αραφάτ πήγε στον Πανεπιστήμιο του Βασιλέα Φάχντ Α, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε Πανεπιστήμιο του Καΐρου.

Κατά την διάρκεια του Αραβο – Ισραηλινού Πολέμου του 1948, ο Αραφάτ έφυγε από το Πανεπιστήμιο, και μαζί με άλλους Παλαιστίνιους, επιχείρησε να εισέλθει στην Παλαιστίνη για να αγωνιστεί για την ανεξαρτησία των Παλαιστινίων. Αφοπλίστηκε και απωθήθηκε από τις Ένοπλες Δυνάμεις της Αιγύπτου, οι οποίες αρνήθηκαν να επιτρέψουν την είσοδο στην εμπόλεμη ζώνη στους άσχημα εκπαιδευμένους αντάρτες. Μετά την επιστροφή του στο Πανεπιστήμιο, ο Αραφάτ έγινε μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και διετέλεσε Πρόεδρος της Ένωσης Παλαιστινίων Φοιτητών από το 1952 έως το 1956. Μέχρι το 1956, ο Αραφάτ είχε λάβει πτυχίο Bachelor πολιτικού μηχανικού και είχε υπηρετήσει ως δεύτερος υπολοχαγός στον Στρατό της Αιγύπτου κατά την διάρκεια της κρίσης του Σουέζ.



Η ΟΑΠ
Μετά τον Πόλεμο του Σουέζ, ο Αραφάτ μετακόμισε στο Κουβέιτ, όπου βρήκε δουλειά σαν πολιτικός μηχανικός και τελικά δημιούργησε δική του επιχείρηση σαν εργολάβος. Στο Κουβέιτ το 1957, βοήθησε και στην ίδρυση της Φάταχ, μίας οργάνωσης που είχε ως σκοπό την δημιουργία ενός ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους στην θέση του Ισραήλ και της Ιορδανίας (δηλ. της ιστορικής Παλαιστίνης).

Με την υποστήριξη της Συρίας, η Φάταχ άρχισε να πραγματοποιεί τρομοκρατικές επιδρομές εναντίον Ισραηλινών στόχων, αρχίζοντας με μία αποτυχημένη προσπάθεια να ανατινάξει μία Ισραηλινή αντλία νερού το 1964. Από εκείνη την στιγμή και μετέπειτα, η Φάταχ εξαπέλυσε δεκάδες επιδρομές εναντίον Ισραηλινών πολιτικών στόχων από την Ιορδανία, τον Λίβανο και την Γάζα, που βρισκόταν τότε υπό την κατοχή της Αιγύπτου, προκειμένου να αποφευχθούν τα Ισραηλινά αντίποινα εναντίον των Συρίων κηδεμόνων της.

Όταν έγινε το πραξικόπημα στη Συρία το 1966, διορίστηκε ένας νέος αρχηγός της Φάταχ αλλά δολοφονήθηκε. Ο Αραφάτ, ο οποίος υιοθέτησε και το nom de guerre Αμπού Αμάρ, συνελήφθη από τους Σύριους, αλλά αργότερα απελευθερώθηκε και διέφυγε στην Βηρυτό με τον στενό του κύκλο.



Ο ΑΡΑΦΑΤ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟ ΕΛΕΓΧΟ
Το 1964, ο Αραβικός Σύνδεσμος ίδρυσε την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, σαν ένα επιπρόσθετο εργαλείο στον πόλεμο εναντίον του Ισραήλ. Η Φάταχ του Αραφάτ, που αρχικά θεωρούσε την ΟΑΠ πολιτικό αντίπαλο, σταδιακά μετατράπηκε στην πιο ισχυρή ομάδα μέσα στην οργάνωση. Μετά την ταπεινωτική ήττα των Αραβικών Δυνάμεων στον Πόλεμο του 1967, η ΟΑΠ αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να βασιστεί στα Αραβικά κράτη για να επιτύχει τον στόχο της εξόντωσης του Ισραήλ. Για τα επόμενα δέκα χρόνια, αυτός ο στόχος ήταν το επίκεντρο μίας τρομερής εκστρατείας τρομοκρατικών ενεργειών που διαμόρφωσε την φήμη της ΟΑΠ.

Εν τω μεταξύ, η Φάταχ δημιούργησε μία βάση στην πόλη Καράμε της Ιορδανίας Αυτή η πόλη ήταν και ο στόχος μίας Ισραηλινής επίθεσης ως αντίποινα για μία τρομοκρατική ενέργεια εναντίον σχολικού λεωφορείου, γεμάτο από παιδιά, που οδήγησε δύο άτομα στον θάνατο και τραυμάτισε 28, στις 18 Μαρτίου 1968. Μετά από τρεις ημέρες, οι Ισραηλινοί έριξαν πολεμικά φυλλάδια στο Κάραμε με τα οποία προειδοποιούσαν για επικείμενη επίθεση και συμβούλευαν τους άμαχους πολίτες να φύγουν. Όταν έφτασαν οι Ισραηλινές Δυνάμεις συνάντησαν μία απροσδόκητα σθεναρή αντίσταση από τις τακτικές δυνάμεις του Ιορδανικού Στρατού. Στην μάχη που ακολούθησε, ο Αραφάτ διέφυγε αφού είχε μοιράσει όπλα. Οι Ισραηλινοί είπαν ότι είχαν 28 νεκρούς και 90 τραυματίες, και ότι οι Ιορδανοί είχαν 100 νεκρούς και 90 τραυματίες. Εν τω μεταξύ, σκοτώθηκαν 170 τρομοκράτες και συνελήφθησαν 200. Η εκδοχή των Ιορδανών ανατρέπει σχεδόν αυτούς τους αριθμούς. Ισχυρίζονται ότι σκοτώθηκαν 200 Ισραηλινοί, ενώ χάθηκαν μόλις 20 δικοί τους στρατιώτες. Η δε εκδοχή των Παλαιστινίων παρουσιάζει μία τελείως διαφορετική εικόνα, καθώς αυτοί ισχυρίζονται ότι η ηρωική τους αντίσταση προκάλεσε τις απώλειες 500 Ισραηλινών.

Αν και η Παλαιστινιακή εκδοχή ήταν αμφίβολη, ο Αραβικός Τύπος επαίνεσε την Παλαιστινιακή αντίσταση εναντίον των Ισραηλινών στο Κάραμε (προκαλώντας την δυσαρέσκεια των Ιορδανών οι οποίοι ήταν αυτοί που κυρίως πολέμησαν τους Ισραηλινούς ) και το αποτέλεσμα ήταν να προκληθεί ένα κύμα εθελοντών που ήθελαν να καταταγούν στην ΟΑΠ. Οι Παλαιστίνιοι τρομοκράτες ενέτειναν τις επιθέσεις τους καθ’ όλη της διάρκεια εκείνου του χρόνου. Μόνο το 1968, οι Ισραηλινοί νεκροί έφτασαν τους 177 με 700 τραυματίες, ενώ 681 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν σε Ισραηλινά αντίποινα.

Η «νίκη» στο Κάραμε έδωσε στον Αραφάτ την δυνατότητα να αποκτήσει το κύρος που χρειαζόταν για να ασκήσει περισσότερη επιρροή στην ΟΑΠ. Το 1968 συνεδρίασε το Παλαιστινιακό Εθνικό Συμβούλιο και τροποποίησε την Χάρτα της ΟΑΠ, υιοθετώντας την δέσμευση της Φάταχ να απελευθερωθεί η Παλαιστίνη αποκλειστικά μέσα από τον ένοπλο αγώνα. Μετά από ένα χρόνο, όταν ξανασυνεδρίασε το Εθνικό Συμβούλιο ο Αραφάτ εξελέγη Πρόεδρος της ΟΑΠ, μία θέση που κατέχει από τότε. Κατά την διάρκεια του επόμενου χρόνου ο Αραφάτ εδραίωσε την εξουσία του συγκεντρώνοντας τις πιο σκληροπυρηνικές Παλαιστινιακές ομάδες, κάτω από την ομπρέλα της ΟΑΠ.



ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΒΑΣΙΛΙΑ ΧΟΥΣΕΪΝ
Στο τέλος της δεκαετίας του ’60, άρχισε να εντείνεται η αντιπαράθεση μεταξύ των Παλαιστινίων και της Ιορδανικής Κυβέρνησης. Βαριά οπλισμένα στοιχεία της Παλαιστινιακής αντίστασης (φενταγίν) είχαν στην κυριολεξία δημιουργήσει ένα κράτος εν κράτη στην Ιορδανία και τελικά είχαν αποκτήσει τον έλεγχο αρκετών στρατηγικών θέσεων, συμπεριλαμβανομένου και ενός διυλιστηρίου πετρελαίου κοντά στο Αζ Ζάρκ. Η Ιορδανία παρακολουθούσε αυτή την όλο και αυξανόμενη απειλή στην κυριαρχία της και προσπάθησε να αφοπλίσει της Παλαιστινιακές παραστρατιωτικές οργανώσεις. Ανοικτές συγκρούσεις ξέσπασαν τον Ιούνιο του 1970.

Το ποτήρι ξεχείλισε για τον Βασιλιά Χουσέιν όταν Παλαιστίνιοι τρομοκράτες προσγείωσαν στην Ιορδανία τρία αεροπλάνα που είχαν καταλάβει σε αεροπειρατείες και τα ανατίναξαν στις 12 Σεπτεμβρίου 1970. Μετά από τέσσερις ημέρες ο Χουσέιν επέβαλλε τον στρατιωτικό νόμο στην χώρα. Την ίδια ημέρα ο Αραφάτ έγινε ο αρχηγός τους Παλαιστινιακού Στρατού Απελευθέρωσης (PLA), που ήταν η τακτική στρατιωτική δύναμη της ΟΑΠ. Στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, η ΟΑΠ είχε την ενεργή υποστήριξη της Συρίας, η οποία εισέβαλε στην Ιορδανία με μία δύναμη περίπου 200 τεθωρακισμένων. Οι συγκρούσεις έγιναν κυρίως μεταξύ του Ιορδανικού Στρατού και της PLA. Το Ναυτικό των ΗΠΑ έστειλε τον Έκτο Στόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και το Ισραήλ κινητοποίησε τις δυνάμεις του για να βοηθήσουν τον Χουσέϊν εάν θεωρείτο αναγκαίο. Μέχρι τις 24 Σεπτεμβρίου ο Ιορδανικός Στρατός είχε νικήσει τις Παλαιστινιακές δυνάμεις. Το μεγαλύτερο μέρος της Παλαιστινιακής ηγεσίας, συμπεριλαμβανομένου και του Αραφάτ, διέφυγε στην Συρία, και αργότερα στο Λίβανο, όπου σύντομα άρχισε να καταστρώνει σχέδια για να υπονομεύσει την κεντρική κυβέρνηση αυτής της χώρας.

Η αλλαγή της τοποθεσίας δεν άλλαξε την υποστήριξη του Αραφάτ στην τρομοκρατία. Τον Σεπτέμβριο του 1972, η τρομοκρατική πτέρυγα της Φάταχ «Μαύρος Σεπτέμβρης» που πήρε την ονομασία της από την ήττα στην Ιορδανία, δολοφόνησε 11 Ισραηλινούς αθλητές στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου. Αυτή η ενέργεια έστρεψε τα φώτα της δημοσιότητας πάνω στο Παλαιστινιακό ζήτημα αλλά προκάλεσε και την καταδίκη των μεθόδων που χρησιμοποιούσε η ΟΑΠ.



ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1973
Όταν ηττήθηκαν και πάλι οι Ένοπλες Δυνάμεις των Αράβων στο πεδίο της μάχης στον Πόλεμο του Οκτωβρίου του 1973, ο Αραφάτ αποφάσισε ότι έπρεπε να αλλάξει την στρατηγική του. Η ΟΑΠ είχε ακόμα ως στόχο την απελευθέρωση της Παλαιστίνης μέσα από τον ένοπλο αγώνα. Όμως αποφασίστηκε να αλλάξει τακτική και να εξαπολύσει έναν διπλωματικό πόλεμο εναντίον του Ισραήλ και να μην επικεντρώνεται αποκλειστικά στις τρομοκρατικές ενέργειες.

Με δεξιοτεχνία ο Αραφάτ σταδιακά χειραγώγησε την οργάνωση μετατρέποντας την εικόνα της στην κοινή γνώμη της Δύσης από μία οργάνωση που θεωρείτο βάρβαρη σε μία που θεωρείτο ένα κίνημα με νόμιμα αιτήματα. Αυτή η νέα τακτική βοηθήθηκε πολύ από την πολύ σημαντική αναγνώριση της ΟΑΠ από τα Ηνωμένα Έθνη, κάτι που έδωσε πρόσβαση στην οργάνωση στις συζητήσεις του διεθνούς οργανισμού. Στις 13 Νοεμβρίου 1974, ο Αραφάτ έκανε μία εμφάνιση χωρίς προηγούμενο στον ΟΗΕ, φορώντας την στρατιωτική του στολή. Με την άδεια θήκη του πιστολιού του (αναγκάστηκε να βγάλει το πιστόλι από την θήκη του πριν μπει στην αίθουσα) γύρω από την μέση του, ο Αραφάτ δήλωσε: “Σήμερα έχω έρθει εδώ με ένα κλαδί ελιάς και το πιστόλι ενός μαχητή για την ελευθερία. Μην αφήσετε το κλαδί ελιάς να πέσει από τα χέρια μου.»



Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΛΙΒΑΝΟ
Ενώ ο Αραφάτ υιοθέτησε ένα όλο και μεγαλύτερο διπλωματικό προφίλ, η ΟΑΠ συνέχιζε να χρησιμοποιεί την τρομοκρατία εναντίον του Ισραήλ, κυρίως από την νέα βάση της στο Νότιο Λίβανο. Επειδή ο Λίβανος είχε μία αδύναμη κεντρική κυβέρνηση, η ΟΑΠ λειτουργούσε σαν ανεξάρτητο κράτος στην περιοχή (οι Ισραηλινοί αποκαλούσαν την περιοχή «Γη της Φάταχ»). Η ΟΑΠ συνέβαλε στην αποσταθεροποίηση του Λιβάνου και ήταν υπεύθυνη για τον διωγμό και την δολοφονία χιλιάδων πολιτών του Λιβάνου.

Οι Παλαιστίνιοι μαχητές άρχισαν επίσης να εξαπολύουν τακτικές επιθέσεις πέρα από τα σύνορα εναντίον του Ισραήλ, κάτι που προκάλεσε επανειλημμένες Ισραηλινές αντεπιθέσεις σε μία προσπάθεια να μην θέσουν σε κίνδυνο οι Παλαιστίνιοι τους Ισραηλινούς στον Βορρά. Τελικά τον Ιούνιο του 1982, το Ισραήλ εξαπέλυσε μία ολομέτωπη επίθεση η οποία κλιμακώθηκε και μετατράπηκε στον Πόλεμο του Λιβάνου. Τον Σεπτέμβριο, με την μεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών, επετεύχθη εκεχειρία και ο Αραφάτ και η ηγεσία του στάλθηκαν στην Τυνησία, η οποία έγινε η βάση των επιχειρήσεων του για την επόμενη δεκαετία.

Αν και μία μικρή μειοψηφία στο Ισραήλ υποστήριζε τις διαπραγματεύσεις με την ΟΑΠ, η μεγάλη πλειοψηφία των Ισραηλινών πίστευε ότι δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί με τρομοκράτες που είχαν ως στόχο την καταστροφή τους. Οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι ήλπιζαν ότι θα αναδεικνυόταν μία ομάδα μετριοπαθών Παλαιστινιακών ηγετών στην Δυτική ‘Όχθη και την Γάζα, η οποία θα ήταν διατεθειμένη να έρθει σε μία συμφωνία. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσε να αναδειχθεί μία τέτοια ομάδα λόγω της επιρροής της ΟΑΠ. Οποίος συνεργαζόταν με τους Ισραηλινούς θεωρείτο συνεργάτης τους και υπήρχε ο συνεχής κίνδυνος να δολοφονηθεί από τους υποστηρικτές του Αραφάτ.

Αν και η ΟΑΠ παρέμενε κατακερματισμένη, ο Αραφάτ θεωρείτο (από σχεδόν όλους πλην των Ισραηλινών και των Αμερικανών) ο εκπρόσωπους όλων των Παλαιστινίων τόσο στις Παλαιστινιακές περιοχές όσο και στο εξωτερικό. Οι περισσότερες χώρες κατανοούσαν αυτό το πράγμα και ήταν διατεθειμένες να συνεργαστούν με τον Αραφάτ. Ειδικά οι Ευρωπαίοι πίεσαν το Ισραήλ να τον αποδεχθεί σαν συνομιλητή σε διαπραγματεύσεις.

Από την δική του πλευρά, ο Αραφάτ αρνήθηκε να εκφράσει την οποιαδήποτε βούληση να εγκαταλείψει τον στόχο της καταστροφής του Ισραήλ ή να εγκαταλείψει την χρήση της τρομοκρατίας για τον επιτύχει. Αυτό καθιστούσε αδύνατο για οποιονδήποτε Ισραηλινό πολιτικό να υποστηρίξει τις συνομιλίες μαζί του (αν και πολλοί Αριστεροί συναντήθηκαν με τον Αραφάτ και με πολλούς άλλους αξιωματούχους της ΟΑΠ).



ΕΞΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΤΥΝΗΣΙΑ
Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’80, ο Αραφάτ έγινε μέλος του παγκόσμιου τζετ σετ. Πήγαινε από πρωτεύουσα σε πρωτεύουσα για να λάβει διπλωματική υποστήριξη για το Παλαιστινιακό ζήτημα. Ο Αραφάτ έλαβε βοήθεια από το Ιράκ, κάτι που του επέτρεψε να αναδομήσει την ΟΑΠ, που είχε δεχθεί μεγάλα πλήγματα Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμο στην πρώτη εξέγερση καθώς η Φάταχ του Αραφάτ είχε τον έλεγχο της στην Δυτική Όχθη.

Ο Αραφάτ συνέχισε επίσης να ενορχηστρώνει διεθνείς τρομοκρατικές δραστηριότητες. Μία από τις πιο αποτρόπαιες ενέργειες ήταν η κατάληψη του κρουαζιερόπλοιου «Achille Lauro» στις 7 Οκτωβρίου του 1985, όπου Παλαιστίνιοι τρομοκράτες σκότωσαν τον Λέων Κλίγκχοφερ, έναν Εβραίο επιβάτη σε αναπηρική καρέκλα, και πέταξαν την σωρό του στην θάλασσα.

Αλλά όπως είχε κάνει και το 1974, ο Αραφάτ άλλαξε και πάλι τακτική. Αυτή την φορά αντιδρούσε στις νύξεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε ομιλία του στις 13 Δεκεμβρίου 1988, ο Αραφάτ αποδέχθηκε την Απόφαση 242 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, υποσχέθηκε να αναγνωρίσει το Ισραήλ στο μέλλον, και «απέρριψε όλες τις μορφές της τρομοκρατίας, συμπεριλαμβανομένης και της κρατικής τρομοκρατίας.»

Αυτή η δήλωση ήταν και η προϋπόθεση για να αρχίσει ένας διάλογος μεταξύ της ΟΑΠ και των Ηνωμένων Πολιτειών. Μέχρι εκείνη την στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εκφράσει την συμφωνία τους με την αντίθεση των Ισραηλινών στις επίσημες επαφές μεταξύ αξιωματούχων των ΗΠΑ και της ΟΑΠ (αν και είχαν γίνει πολλές ανεπίσημες συζητήσεις κατά την διάρκεια των χρόνων).

Υποτίθεται ότι η αυτή δήλωση του Αραφάτ εξέφραζε μία στροφή από την κύρια επιδίωξη της ΟΑΠ, δηλαδή την Καταστροφή του Ισραήλ (όπως αναφέρεται στην Παλαιστινιακή Χάρτα) – και την αποδοχή της αρχής δύο ξεχωριστών οντοτήτων, δηλαδή ενός Ισραηλινού Κράτους στην γραμμή της ανακωχής των εχθροπραξιών του 1949, και ενός Παλαιστινιακού Κράτους στην Δυτική Όχθη και την Λωρίδα της Γάζας. Όμως στις 2 Απριλίου 1989 ο Αραφάτ εξελέγη Πρόεδρος του Ανακηρυχθέντος Κράτος της Παλαιστίνης, μία οντότητα που διεκδικούσε όλη την Παλαιστίνη, όπως προσδιορίζεται στην Βρετανική Εντολή, από την Κεντρική Επιτροπή του Παλαιστινιακού Εθνικού Συμβουλίου (το εκτελεστικό όργανο της ΟΑΠ).

Η ΟΑΠ πέταξε την ευκαιρία που της προσέφεραν οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζοντας τις τρομοκρατικές επιθέσεις. Το Μάιο του 1990, το Απελευθερωτικό Μέτωπο της Παλαιστίνης εξαπέλυσε επιθέσεις στις ακτές κοντά στο Τελ Αβίβ με σκοπό να εισβάλλει σε ξενοδοχεία και την Πρεσβεία των ΗΠΑ. Ηταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για την Κυβέρνηση Μπούς (του πρεσβύτερου), η οποία σταμάτησε τον διάλογο με την ΟΑΠ και επικεντρώθηκε σε μία προσπάθεια να πειστούν οι Παλαιστίνιοι στις περιοχές να προχωρήσουν σε απευθείας συνομιλίες με τους Ισραηλινούς.



ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
Οι Κυβερνώντες στην Αμερική κατάλαβαν ότι μία συμφωνία για την έναρξη Ισραηλο – Παλαιστινιακών διαπραγματεύσεων δεν ήταν εφικτή εφόσον δεν γίνονταν βήματα από τα Αραβικά κράτη προς την κατεύθυνση της ειρήνης με το Ισραήλ. Για αυτόν τον σκοπό, ο Τζέιμς Μπέικερ, ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ έκανε περιοδεία στη Μέση Ανατολή το 1991, και κατέφερε να αποσπάσει την συμφωνία του Ισραήλ και γειτόνων του για την συμμετοχή τους σε μία περιφερειακή σύσκεψη ειρήνης.

Ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός, Ιτσχάκ Σαμίρ, εργάστηκε σκληρά για να αποκλείσει την ΟΑΠ από τις διαπραγματεύσεις, αλλά τελικά ενέδωσε μπροστά στην πραγματικότητα, δηλαδή ότι οι Παλαιστίνιοι στις Παλαιστινιακές περιοχές δεν είχαν αρκετή δύναμη για να πάρουν αποφάσεις και ότι έπαιρναν διαταγές από την Τύνιδα. Στην Διάσκεψη της Μαδρίτης το 1991, το Ισραήλ συμμετείχε για πρώτη φορά σε ανοικτές διαπραγματεύσεις με την ΟΑΠ.

Δεν προήλθαν συμφωνίες από τις συζητήσεις στην Μαδρίτη, και οι εκλογές έφεραν νέους ηγέτες στην εξουσία τόσο στο Ισραήλ όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύντομα, αξιωματούχοι του Ισραήλ και της ΟΑΠ ξεκίνησαν μυστικές διαπραγματεύσεις στο Όσλο και τελικά συμφώνησαν να δοθεί αυτονομία στους Παλαιστινίους στην Γάζα και την Ιεριχώ, ενώ θα ακολουθούσε και αυτονομία και σε άλλα μέρη των εδαφών. Με την Συμφωνία του Όσλο το Ισραήλ και η ΟΑΠ προχώρησαν σε μία αμοιβαία αναγνώριση με μία ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του Αραφάτ και του Ισραηλινού Πρωθυπουργού, Ιτσχάκ Ράμπιν.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1993, υπογράφτηκε η Διακήρυξη Αρχών από του Ισραηλινούς και τους Παλαιστινίους στην Ουάσιγκτον. Την επόμενη χρονιά ο Αραφάτ βραβεύτηκε με το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης μαζί με τον Σίμον Πέρες και τον Ιτσχάκ Ράμπιν.



Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΣΛΟ
Τον Ιούλιο του 1994, ο Αραφάτ πήγε στην Παλαιστινιακή Αρχή – την ενδιάμεση οντότητα που δημιουργήθηκε στις Συμφωνίες του Όσλο. Στις 20 Ιανουαρίου 1996 ο Αραφάτ εξελέγη Πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής (είναι επίσης γνωστός με την Αραβική λέξη «Ραίς» που σημαίνει αρχηγός), με συντριπτική πλειοψηφία που έφτασε το 83% (ο μόνος άλλος υποψήφιος ήταν ο Σαμίχα Χαλίλ). Εάν και η θητεία του ήταν να διαρκέσει για τρία μόνο χρόνια, δεν έχουν γίνει άλλες προεδρικές εκλογές από τότε.

Παρά τις δεσμεύσεις του Αραφάτ, η βία συνεχίστηκε σε όλη την περίοδο του τέλους της δεκαετίας, καθώς σκοτώθηκαν πάνω από 100 Ισραηλινοί και τραυματίστηκαν 1000 σε τρομοκρατικές επιθέσεις. Ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Εχούντ Μπαράκ, αποφάσισε τότε ότι αντί να παρατείνει τις διαπραγματεύσεις, θα προχωρούσε στον τελικό στόχο και θα προσπαθούσε να επιτύχει μία τελική συμφωνία ειρήνης. Ο Πρόεδρος Κλίντον συμφώνησε με αυτή την ιδέα και συγκάλεσε μία Διάσκεψη με τον Αραφάτ και τον Μπαράκ στο Κάμπ Ντέιβιντ στις 11 – 14 Ιουλίου 2000, που σκοπό είχε να σφυρηλατήσει μία συμφωνία για το τέλος της διένεξης.

Ο Κλίντον είχε την ελπίδα να αναπαραστήσει την μαγεία της επιτυχημένης σύσκεψης του Τζίμι Κάρτερ που βοήθησε στην επίτευξη της ειρήνης μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου. Σε εκείνη την περίπτωση όμως ο Κάρτερ είχε δύο πρόθυμους συνεταίρους. Ο Ανουάρ Σαντάτ είχε αποδείξει στο Ισραήλ ότι ήταν διατεθειμένος να προχωρήσει στην ειρήνη. Όταν αποδέχθηκε τους συμβιβασμούς που το προσφέρθηκαν στο Κάμπ Ντέϊβιντ, o Μέναχεμ Μπέγκιν συμφώνησε να παραδώσει την Χερσόνησο του Σινά. Ο Κλίντον βρήκε μία διαφορετικά κατάσταση. Ο Αραφάτ είχε κάνει λίγα μέσα σε επτά χρόνια για να πείσει τους Ισραηλινούς ότι είχε εγκαταλείψει το όνειρό του να καταστρέψει το Ισραήλ. Παρά ταύτα, ο Μπαράκ ήταν διατεθειμένος να προσφέρει την ανεξαρτησία στους Παλαιστινίους και τους παρουσίασε μία σειρά προτάσεων για την επίλυση των σημαντικότερων ζητημάτων. Ο Αραφάτ όχι μόνο απέρριψε όλες τις ιδέες των Αμερικάνων και των Ισραηλινών, αλλά αρνήθηκε να διατυπώσει κάποιες δικές του. Ως αποτέλεσμα, ο Κλίντον απέδωσε την αποτυχία της διάσκεψης στον Αραφάτ.

Στο Κάμπ Ντέιβιντ , το Ισραήλ συμφώνησε να αποχωρήσει από το 97% της Δυτικής Όχθης και από το 100% της Λωρίδας της Γάζας, να διαλύσει τους περισσότερους οικισμούς, και να δημιουργηθεί ένα Παλαιστινιακό Κράτος με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Οι μόνες παραχωρήσεις που έπρεπε να κάνει ο Αραφάτ ήταν να αναγνωρίσει την Ισραηλινή κυριαρχία πάνω σε κάποια μέρη του Δυτικού Τείχους (Τείχος των Δακρύων), τα οποία έχουν θρησκευτική σημασία για τους Εβραίους (δηλαδή όχι όλο το Όρος του Ναού) και να συμφωνήσει να υπάρξουν τρεις σταθμοί άμεσης προειδοποίησής στην Πεδιάδα του Ιορδάνη, από τις οποίες θα αποχωρούσε το Ισραήλ μετά από έξι χρόνια.

Οι Παλαιστίνιοι διαπραγματευτές ήθελαν να αποδεχθούν την συμφωνία, αλλά ο Αραφάτ την απέρριψε. Σύμφωνα με τον Ντένις Ρος, τον κύριο Αμερικανό διαπραγματευτή για την ειρήνη, το κρίσιμο ζήτημα αφορούσε ένα άρθρο στην συμφωνία που έλεγε ότι με την υπογραφή της θα τελείωνε η διένεξη. Οι συγκρούσεις είχαν πάντοτε κυριαρχήσει στην ζωή του Αραφάτ, και σύμφωνα με τον Ρος, ο Αραφάτ απλώς δεν μπορούσε να δώσει το τέλος.

Στις εβδομάδες που ακολούθησαν, πραγματοποιήθηκαν φρικτές τρομοκρατικές ενέργειες. Δύο ένοπλοι άνοιξαν πυρ σε σταθμό λεωφορείου, όπου σκοτώθηκαν δύο άτομα και τραυματίστηκαν δεκάδες. ΄Έγιναν επιθέσεις αυτοκτονίας σε ένα εμπορικό κέντρο στην Ιερουσαλήμ και σε άλλα δύο στην Χάιφα, ενώ ένα λεωφορείο δέχθηκε επίθεση με βόμβα και πυροβολισμούς. Μετά την δολοφονία του Ισραηλινού Υπουργού Τουρισμού, Ρεχαβάμ Ζεέβι, και αφού σκοτώθηκαν 30 ακόμα Ισραηλινοί και τραυματίστηκαν αρκετές εκατοντάδες, ο νέος Ισραηλινός Πρωθυπουργός, Αριέλ Σαρόν ανακοίνωσε ότι ο Αραφάτ είναι πλέον «ασήμαντος.» Στις 22 Δεκεμβρίου 2001 έστειλε δυνάμεις στο Αρχηγείο του Αραφάτ στην Ραμάλλα και του επέβαλε περιορισμό στο γραφείο του. Ο Σαρόν δήλωσε ότι ο Αραφάτ θα παρέμενε απομονωμένος μέχρι να συλληφθούν οι δολοφόνοι του Ζεέβι και να εκδοθούν στο Ισραήλ. Ο Αραφάτ αρνήθηκε και έκανε έκκληση στη διεθνή κοινότητα να πιέσει το Ισραήλ προκειμένου να σταματήσει την πολιορκία του.

Η βία συνέχιζε να κλιμακώνεται, ενώ ο Αραφάτ αγνόησε τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις της Κυβέρνησης Μπούς να πάρει μέτρα για να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον Ισραηλινών. Ο Πρόεδρος Μπούς είχε πειστεί ότι ο Αραφάτ είχε μεγάλη ανάμειξη στην καθοδήγηση της τρομοκρατίας, και συμπέρανε ότι η μόνη ελπίδα για την επίτευξη προόδου στην ειρηνευτική διαδικασία ήταν να βρουν οι Παλαιστίνιοι έναν νέο ηγέτη.

Δεν ήταν μόνο οι Αμερικανοί που είχαν απογοητευτεί με τον Αραφάτ. Οι νέοι Παλαιστίνιοι έδειχναν όλο και πιο απογοητευμένοι από αυτό έβλεπαν σαν τον καθυστερημένο δικτατορικό και διεφθαρμένο χαρακτήρα της ΟΑΠ, και από την αποτυχία του Αραφάτ να ανταποκριθεί στην υπόσχεσή του να απελευθερώσει την Παλαιστίνη. Πολλοί από αυτούς τους Παλαιστινίους στράφηκαν σε Ισλαμικές φονταμενταλιστικές οργανώσεις όπως είναι η Ισλαμική Τζιχάντ και η Χαμάς, οι οποίες δεν αποδέχθηκαν ποτέ τις Συμφωνίες του Οσλο με το Ισραήλ και συνέχιζαν να υποστηρίζουν την χρήση της τρομοκρατίας για να εκδιώξουν τους Ισραηλινούς από «όλη την Παλαιστίνη.»

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΑΡΑΦΑΤ

Το 1990, ο Αραφάτ, ένας Σουνίτης Μουσουλμάνος, παντρεύτηκε την Σούχα Ταουίλ, μία Παλαιστίνια Ορθόδοξη Χριστιανή, που ασπάστηκε το Ισλάμ πριν τον παντρευτεί. Ο Αραφάτ ήταν τότε 62 ετών ενώ η Σούχα ήταν 28. Η μητέρα της Σούχα, μία Παλαιστίνια ακτιβίστρια, σύστησε τον Αραφάτ στην κόρη της, η οποία τότε σπούδαζε στην Σορβόννη. Μετά ο Αραφάτ προσέλαβε την Σούχα να δουλέψει μαζί με το προσωπικό επιτελείο του στην Τύνιδα. Το Ιούλιο του 1995 το ζευγάρι απέκτησε μία κόρη, την Ζάουα, η οποία πήρε το όνομα της από την εκλιπούσα μητέρα του Αραφάτ. Μετά από την αρχή της δεύτερης Ιντιφάντα η Σούχα μετακόμισε στο Παρίσι για να ζήσει εκεί με την μητέρα και την κόρη της.

Ο Αραφάτ, ο οποίος διέφυγε ζωντανός από αρκετές δολοφονικές απόπειρες μέσα στο χρόνια και από την συντριβή ενός ελικοπτέρου, υπέφερε από προβλήματα υγείας για αρκετά χρόνια, όταν η κατάστασή του επιδεινώθηκε τον Οκτώβριο του 2004. Στις 29 Οκτωβρίου, το Ισραήλ συμφώνησε να επιτραπεί η μεταφορά του σε νοσοκομείο στο Παρίσι όπου η γυναίκα του στάθηκε δίπλα του. Πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 2004 σε ηλικία 75 ετών.

Για σχεδόν μισό αιώνα ο Αραφάτ αποτέλεσε το σύμβολο του Παλαιστινιακού εθνικισμού. Εάν και δεν ήταν στρατιωτικός σπάνια τον έβλεπε κανείς χωρίς στρατιωτική ενδυμασία στην προσπάθεια του να προβάλλει μία εικόνα δύναμης και την δέσμευσή του στον ένοπλο αγώνα. Φορούσε την κεφίγια του με έναν ιδιαίτερο τρόπο, πάνω στον ώμο του με το σχήμα της Παλαιστίνης, δηλαδή όλης της ιστορικής Παλαιστίνης, που περιλαμβάνει και το Ισραήλ. Οι τρομοκρατικές ενέργειες υψηλού προφίλ που καθοδήγησε βοήθησαν στο να δοθεί προσοχή και να δημιουργηθεί συμπάθεια για τον Παλαιστινιακό αγώνα. Αλλά τελικά η απροθυμία του να κάνει την ψυχολογική στροφή και να μεταμορφωθεί από έναν αρχιτρομοκράτη σε έναν πολιτικό ηγέτη τον εμπόδισε να κερδίσει την ανεξαρτησία για τον Παλαιστινιακό λαό. Τους προκάλεσε οδύνη για δεκαετίες, κάτι που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν είχε εγκαταλείψει τον επαναστατικό ζήλο του για να απελευθερώσει την Παλαιστίνη και είχε συμφωνήσει να ζήσει ειρηνικά με το Ισραήλ.



ΠΗΓΗ: «Εβραϊκή Βιβλιοθήκη στο Διαδίκτυο»




Yasser Arafat, 1929-2004: Ο Πατέρας του Παλαιστινιακού λαού

Ο Απελευθερωτής των Παλαιστινίων. Ο Τρομοκράτης των Ισραηλινών. Ο Γιασέρ Αραφάτ σε νεαρή ηλικία