Από τον YEHUDA AVNER

The Jerusalem Post
16.10.2005
 

  Τα μεταλλικά κτήνοι γρατζουνούσαν και ξέσκιζαν το διάσπαρτο με πέτρες μονοπάτι, ανεβαίνοντας την πλαγιά από βασάλτη σε μια κορυφή η οποία τελείωνε σε ένα πλάτωμα που προοριζόταν για στρατιωτική αποθήκη ανεφοδιασμού των αρμάτων μάχης Centurions, ιδιαίτερα φθαρμένα, σταθμευμένα φύρδην – μίγδην, εφοδιάζονταν με πυρομαχικά και καύσιμα.

 Από αυτό το πλεονεκτικό σημείο, η Πρωθυπουργός Golda Meir μπορούσε να δει πέρα από την πεδιάδα Keneitra, η επονομαζόμενη και <Το Πέπλο των Δακρύων>, διότι αποτέλεσε την τοποθεσία της πιο αιματηρής μάχης του Πολέμου του Γιόμ Κιπούρ όταν η καταστροφή έπεσε σαν κεραυνός σε ένα Ισραήλ υπέρ-επιμηκυμένο και απροετοίμαστο με για μια καταστροφική δύναμη όπλων μεγαλύτερο από αυτό του Χίτλερ στις δόξες του. Μόνο στα Υψώματα του Γκολάν, 1,400 τανκ της Συρίας εξαπολύθηκαν εναντίον των 160 του Ισραήλ. Οι υπερασπιστές πολέμησαν σώμα με σώμα, τρεκλίζοντας και βρυχώντας σε μια άνιση συμπλοκή των τανκ, άρματα μεταφοράς προσωπικού, κανόνια howitzers, και άλλα παρεμφερή που κορυφώθηκε σε μια αναμέτρηση θελήσεως η οποία άφησε τους Ισραηλινούς να παραπαίουν και τους Σύριους κατατροπωμένους. 

Η Golda Meir, με το πρόσωπό της βαθιά σημαδεμένο με τραγικές ρυτίδες, κοιτούσε πέρα κατά μήκος του Πέπλου των Δακρύων και τα μάτια της κοκκίνισαν. Ήταν ανήμερα του Σουκότ του 1973 και είχε έρθει για να δει και μόνη της την σφαγή που διαδραματίστηκε εδώ. Συνοδευόταν από τον μονόφθαλμο βετεράνο Υπουργό Αμύνης, Moshe Dayan, και τον όμορφο με αδρά χαρακτηριστικά επικεφαλή Γενικού Επιτελείου, Στρατηγό David (Dado) Elazar. Πρόσωπα γκρίζα από την έλλειψη ύπνου, οι δύο πολεμιστές κοιτούσαν με τα μάτια ειδημόνων ενώ ομάδες σκονισμένων αντρών, μερικοί παραπαίοντας από την κούραση, φόρτωναν τανκ με οβίδες, ξαναγέμιζαν τις μηχανές και τους αποχαιρετούσαν, τρεκλίζοντας και γρυλίζοντας γυρνώντας πίσω στο μέτωπο.

 Ο απόμακρος γδούπος των βαριών όπλων που σφυροκοπούσαν τον δρόμο προς τη Δαμασκό ακουγόταν χαρακτηριστικά όσο ο Dado άνοιγε έναν χάρτη του Golan στο καπό του τανκ και με απότομες κινήσεις του στυλό του ανάστησε τις γραμμές της μάχης για χάρη αυτής της ροζιασμένης ηλικιωμένης γυναίκας της οποίας η άγνοια για ό,τι στρατιωτικό ήταν απόλυτη.

 Ο Dayan της έδωσε τα κιάλια του για να δει καλύτερα το μακρινό έδαφος της κοιλάδας, διάσπαρτο με τα αποκρουστικά συντρίμμια του πολέμου, κονιορτοποιημένα κανόνια howitzers, ανατιναγμένα φορτηγά, διαλυμένα άρματα μεταφοράς προσωπικού, καμένα τανκ από τις ευθείες βολές που δέχτηκαν, κάποια ακόμα να καπνίζουν – και τους νεκρούς. Η δυσωδία του θανάτου, της καρδίτιδας, της βενζίνης και των εξατμίσεων ήταν παντού.

Καθώς σάρωνε το γεμάτο πτώματα τοπίο μέσα από τα κιάλια της, οι ρυτίδες στο πρόσωπό της οξύνθηκαν και έψαχνε στα τυφλά για ένα πακέτο τσιγάρα στην μαύρη δερμάτινη τσάντα της. Ο Dado της άναψε ένα σπίρτο και αυτή ανέπνευσε βαθιά, πυροδοτώντας μια ανάφλεξη φωτογραφικών φλας από τους δημοσιογράφους που τη συνόδευαν. Ήταν υπό τον έλεγχό μου, ως διευθυντής του γραφείου ξένου τύπου της Πρωθυπουργού.

  Η όλη ξενάγηση κανονίστηκε την τελευταία στιγμή. Έγινε λόγω επιμονής της Golda. Ήθελε να δει αυτήν την τρομακτική κοιλάδα, παραβλέποντας τις οδηγίες του Dayan, ο οποίος δικαίως φοβόταν για την ασφάλειά της. Έτσι μια μικρή ομάδα ξένων μέσων μαζικής ενημέρωσης συγκεντρώθηκε άρον άρον - ήθελε να μάθει ο κόσμος τις είχε να αντιμετωπίσει το Ισραήλ – και μεταφέρθηκε στην πεδιάδα με ελικόπτερο, με την πρόθεση να μεταφερθεί γρήγορα μακριά αν χρειαζόταν.

 Δεδομένου του πρόχειρα οργανωμένου και λόγω του κινδύνου του ταξιδιού αυτού συμφωνήθηκε ότι δεν θα δοθεί δελτίο τύπου, αλλά ένας δημοσιογράφος με πυκνά φρύδια, φαρδύ σακάκι και με φωνή ακριβώς στα μέτρα του BBC, φώναξε εριστικά, «Μοιραστείτε μαζί μας, εάν το επιθυμείτε, αυτά που περνάνε από το μυαλό σας όταν κοιτάτε αυτό το πεδίο μάχης;»  

Η Golda τον κοίταξε πίσω, τα χαρακτηριστικά της έντονα και με μία περιφρονητική κίνηση του χεριού της, σαν να ήθελε να διώξει μια μύγα από το απλό γκρι κοστούμι της, γύρισε στον Dayan και στον Dado και είπε, «Ελάτε, θέλω να μιλήσω στα αγόρια στην σουκά. Θέλω να ακούσω τι έχουν να πούνε αυτοί.» 

Κινήθηκε προς την κατεύθυνση ενός άρματος μεταφοράς προσωπικού, το οποίο ήταν καλυμμένο με μία succa φτιαγμένη από κλαδιά ευκαλύπτου, απομίμηση των εύθραυστων καλυβών στις οποίες ζούσαν οι Ισραηλίτες κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους στην έρημο προς την ελευθερία και την Γη της Επαγγελίας. Και καθώς προχωρούσε προς αυτήν την κινητή σουκά, χοντροκέφαλοι φωτογράφοι περπατούσαν προς τα πίσω, φωτογραφίζοντας  κάθε της δρασκελιά. 

Μέσα, περίπου 15 στρατιώτες έψελναν μια προσευχή, οι πλάτες τους γυρισμένες στην Golda και τους συντρόφους της. Ο καθένας ήταν τυλιγμένος με ένα σάλι προσευχής και ο καθένας κρατούσε ένα lulav και ένα etrog[1] και τα κουνούσαν απαλά προς την Ανατολή, μετά δεξιά στο Νότο, πάνω από τον δεξί τους ώμο στην Δύση, μετά αριστερά προς τον Βορρά και μετά πάνω και μετά κάτω, αντιγράφοντας την αρχαία τελετή του Ναού για το Σουκότ, η οποία συμβολίζει ότι ο Θεός είναι παντού. Μόνο αφού ολοκλήρωσαν την τελετή  πρόσεξαν ποιος τους κοιτούσε σιωπηλά.

 «Hag Sameah» [2] φώναξε η Golda και οι στρατιώτες της επέστρεψαν τον φιλικό χαιρετισμό με ορθάνοιχτα από την έκπληξη μάτια. Ήταν ρεβιζιονιστές, οι οποίοι τραβήχτηκαν από τις συναγωγές τους την ημέρα το Γιόμ Κιπούρ για να την πυρετώδη ενίσχυση της απεγνωσμένα επιμηκυμμένης πράσινης γραμμής η οποία κρατούσε πίσω τους Σύριους κατά μήκος των Υψωμάτων του Γκολάν σε μια φρενήρη προσπάθεια να τους σταματήσουν από το να καταλάβουν την οδό ταχείας κυκλοφορίας κάτω προς την Χάιφα. Τώρα οι ίδιοι, εκτραχυμμένοι από τη μάχη, αποτραβήχτηκαν από τη γραμμή για να ξαναγεμίσουν γρήγορα τα τανκ τους, να τα επανοπλίσουν και να τα επιδιορθώσουν, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να προσευχηθούν για λίγο και να απαγγείλουν τις ευλογίες για τα Τέσσερα Είδη.

 Ισιώνοντας την φούστα της σε μια ενστικτώδη χειρονομία σεμνότητας σαν να το απαιτούσαν οι περιστάσεις και με το ανήσυχο ύφος της γιαγιάς, η Golda ρώτησε τους άντρες για τις οικογένειές τους και πάνω στην κουβέντα έμαθε ότι μιλούσε με δικηγόρους, φουρνάρηδες, δασκάλους, πωλητές φαλάφελ , λογιστές, μαγαζάτορες και στελέχη εταιριών. Και άλλοι στρατιώτες μπήκαν στον κύκλο και η Πρωθυπουργός τους έκανε πολλές ερωτήσεις. Στη συνέχεια έκλεισε τη συνεδρία με την φράση « Υπάρχει τώρα κάποιος που θα ήθελε να με ρωτήσει κάτι;» 

Ένα μέλος πληρώματος τανκ – φαινόταν γύρω στα 25 – σήκωσε το χέρι του. Ήταν καλυμμένος με μαύρη σκόνη από την κορυφή μέχρι τα νύχια και το μόνο χαρακτηριστικό που έκανε αντίθεση ήταν το ασπράδι των ματιών του. «Εγώ έχω μία ερώτηση.» είπε με μια φωνή βραχνή από την εξάντληση. «Ο πατέρας μου πέθανε στον πόλεμο του 1948 και νικήσαμε. Το 1967 ο αδελφός μου έχασε το χέρι του και νικήσαμε. Την προηγούμενη εβδομάδα έχασα τον καλύτερό μου φίλο εκεί πέρα» - έδειχνε προς το Πέπλο των Δακρύων – «και νικάμε. Αλλά αξίζει όλη αυτή η θυσία μας, Golda; Που χρησιμεύει όλη αυτή η στρατιωτική μας δύναμη εάν δε μπορούμε να κερδίσουμε την ειρήνη;» ‘Ένα νευρικό μουρμουρητό πέρασε μέσα από το αξύριστο, κουρασμένο και απεριποίητο πλήθος. 

Η Πρωθυπουργός ανταπάντησε στον νεαρό στρατιώτη με μια μακριά και λυπημένη ματιά και υπήρχε μια παράξενη επιφυλακτικότητα στα μάτια της, ένα απόμακρο βλέμμα, λες και κοιτούσε βαθιά μέσα της. Πιστεύω ότι αυτό έκανε. Γιατί αυτή τη μέρα του Σουκότ αυτή η ακούραστη και αεικίνητη ηλικιωμένη γυναίκα ενσάρκωνε το όλο δόγμα της Εβραϊκής δύναμης, αυτή πάνω από όλους ήταν ο παράγοντας της άποψης ότι είναι μακροπρόθεσμα προτιμητέο να αντιμετωπίζεις τις συνέπειες της συγκρούσεις παρά να είσαι ξανά αδύναμος.

 Έτσι, απάντησε με έναν βαθιά συμπονετικό τόνο, λέγοντας, « Θρηνώ για τις απώλειές σου, ακριβώς έτσι όπως θρηνώ για όλους τους νεκρούς μας. Μένω ξύπνια τη νύχτα σκεπτόμενη αυτούς. Και πρέπει ειλικρινά να σου πω, ότι εάν οι θυσίες μας ήταν για εμάς και μόνο, τότε ίσως να έχεις δίκιο, δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι θα άξιζαν. Αλλά γίνονται για την επιβίωση ολόκληρου του Εβραϊκού λαού, έτσι πιστεύω με όλη μου την καρδιά πως οποιαδήποτε θυσία αξίζει.»

Ένα ελαφρός σαστισμένο χαμόγελο σχηματιζόταν αργά στις άκρες του στόματός της και παρόλο που το πρόσωπό της ήταν σημαδεμένο από τα χρόνια, ένα κορίτσι κοιτούσε από τα μάτια της όταν συνέχισε λέγοντας την ακόλουθη ιστορία: « Το 1948, σε αυτήν την εποχή του χρόνου, έφτασα στη Μόσχα ως η πρώτη πρέσβειρα του Ισραήλ στην Σοβιετική Ένωση. Το κράτος του Ισραήλ ήταν ολοκαίνουριο.  Ο Σταλινισμός ήταν στην κορύφωσή του. Οι Εβραίοι δεν είχαν δικαιώματα ως Εβραίοι. Είχαν αποκοπεί από τους Εβραίους συντρόφους τους για 30 χρόνια, από την Κομμουνιστική Επανάσταση του 1917. Ο Στάλιν κήρυξε πόλεμο εναντίων του Ιουδαϊσμού. Κήρυξε τον Σιωνισμό έγκλημα. Τα εβραϊκά είχαν απαγορευτεί. Η μελέτη της Τορά είχε απαγορευθεί. Μπορούσες να πας στα γκούλαγκ η τη Σιβηρία για πολύ λιγότερα.  

«Το πρώτο Σαμπάτ, αφού είχα παρουσιάσει τα διαπιστευτήριά μου, το προσωπικό της πρεσβείας μου με συνόδευσε στην λειτουργία στην Μεγάλη Συναγωγή της Μόσχας. Ήταν τελείως άδεια. Αλλά τα νέα της άφιξής μας στη Μόσχα εξαπλώθηκαν γρήγορα, έτσι όταν πήγαμε εκεί για δεύτερη φορά, οι δρόμοι μπροστά στη συναγωγή ήταν γεμάτοι. Κοντά στα 50.000 ανθρώπων μας περίμεναν – ηλικιωμένοι άνθρωποι, έφηβοι, μωρά στα χέρια των γονιών τους, ακόμα και άντρες με στολές του Ερυθρού Στρατού. Παρόλα τα ρίσκα, τις επίσημες απειλές να μείνουνε μακριά από εμάς, αυτοί οι Εβραίοι είχαν έρθει για να γιορτάσουν την εδραίωση του Ιουδαϊκού κράτους και για να επιδείξουν την συγγένειά τους με εμάς.  

«Μέσα στη συναγωγή η επίδειξη ήταν η ίδια. Χωρίς λόγους ή παρελάσεις, αυτοί οι Εβραίοι έδειχνα την αγάπη τους για το Ισραήλ και τον Εβραϊκό λαό και εγώ ήμουν το σύμβολό τους. Πιάστηκα σε έναν τυφώνα αγάπης τόσο δυνατό που κυριολεκτικά μου έκοψε την ανάσα. Άνθρωποι με κατέκλυζαν , απλώνοντας τα χέρια τους και φώναζαν «Shulam aleichem Goldete , (Καλώς ήρθες Golda), ‘Goldele, leben zols du’ (Golda να ζήσεις). ‘Gutt yomtov Goldele’ (Χαρούμενη Γιορτή Golda). Και το μόνο που μπορούσα μα πω ξανά και ξανά ήταν ‘A dank eich vos ihr seti gebliben Yidden’ (Σας ευχαριστώ που παραμείνατε Εβραίοι). Και μερικοί μου φώναζαν πίσω ‘Vir danken Medinas Yisroel’ (Ευχαριστούμε το Κράτος του Ισραήλ).

 Και τότε ήταν που σίγουρα ήξερα ότι οι θυσίες μας δεν πηγαίνουν χαμένες»

 Ο συγγραφέας, ένας βετεράνος διπλωμάτης, υπηρέτησε στο προσωπικό των πέντε Πρωθυπουργών, συμπεριλαμβανομένης και της Golda Meir.

 [1] Παραδοσιακά μυρωδικά του Σουκότ
 [2] Καλές γιορτές

 

http://www.jpost.com/servlet/Satellite?apage=1&cid=1129479806195&pagename=JPost%2FJPArticle%2FShowFull