Haaretz Δευτέρα 18.5.200
Του Meir Zamir*

Ο πρώτος πρωθυπουργός του Ισραήλ γνώριζε ότι η ανακήρυξη εβραϊκού κράτους θα οδηγούσε κατευθείαν στον πόλεμο με τα αραβικά κράτη. Τι τον οδήγησε να πάρει μια τόσο επικίνδυνη απόφαση;

Στις 12 Μαΐου του 1948 τα μέλη της Λαϊκής Διοίκησης (Minhelet Ha’am) αντιμετώπισαν ένα δίλημμα: είχαν το δικαίωμα να αποφασίσουν κάτι το οποίο θα προκαλούσε μια δεύτερη καταστροφή στον εβραϊκό λαό;

Αργά το βράδυ της 12ης Μαΐου του 1948 η Λαϊκή Διοίκηση, το πολιτικό σχήμα που υπήρξε πριν φτιαχτεί η ισραηλινή κυβέρνηση, συνεδρίασε προκειμένου να πάρει μια μοιραία απόφαση: είτε να αποδεχτεί το αμερικανικό αίτημα για κατάπαυση του πυρός ή να ανακηρύξει την ίδρυση ενός ανεξάρτητου εβραϊκού κράτους. Και στους δέκα συμμετέχοντες της συνάντησης ήταν ξεκάθαρο ότι η ανακήρυξη κρατικής οντότητας μετά τη λήξη της Βρετανικής Εντολής στις 14 Μαΐου θα σήμαινε ολοκληρωτικό πόλεμο με όλους τους αραβικούς στρατούς. Οι αναφορές που είχαν φτάσει μέσα σε εκείνο το βράδυ σχετικά με την απελπιστική κατάσταση των εποικισμών του Ετζιόν Μπλοκ (Etzion Bloc), νότια της Ιερουσαλήμ, απλώς μεγέθυναν τις ανησυχίες τους. Με τη μνήμη του Ολοκαυτώματος οδυνηρά φρέσκια, οι συμμετέχοντες ήρθαν αντιμέτωποι με ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα: είχαν το δικαίωμα αυτοί να πάρουν μια απόφαση που θα μπορούσε να προκαλέσει μια δεύτερη καταστροφή στον εβραϊκό λαό;

Παρά την ιστορική σημασία της απόφασης, τα κίνητρα που κινητοποίησαν τον Μπεν Γκουριόν να σπρώξει προς την ανακήρυξη του κράτους συνεχίζουν να καλύπτονται από πέπλα ομίχλης. Έδρασε τελικά βιαστικά, ωθούμενος από μια αίσθηση μυστικιστικής, μεσσιανικής λύτρωσης ή στη βάση μιας συνετής εκτίμησης της κατάστασης με δεδομένες ακριβείς πληροφορίες και πλήρη εξέταση των δυνατοτήτων των δυνάμεων του Γισούβ (Yishuv) – της προ της δημιουργίας του Ισραήλ εβραϊκής κοινότητας στην Παλαιστίνη – με τις οποίες θα απέκρουσε την επίθεση των Αράβων;

Τα έγγραφα που βρέθηκαν πρόσφατα σε γαλλικά και ισραηλινά αρχεία υποστηρίζουν τη δεύτερη εκδοχή. Τα έγγραφα δείχνουν ότι κατά τη διάρκεια της κρίσιμης αυτής συνάντησης, ο Μπεν-Γκουριόν, ο ηγέτης του Γισούβ, έλαβε μυστικές πληροφορίες από τις γαλλικές υπηρεσίες πληροφοριών ότι πράγματι οι ηγέτες των αραβικών κράτων που συναντιούνταν εκείνες τις μέρες στη Δαμασκό, είχαν αποφασίσει, με κρυφή βρετανική υποστήριξη, να εκκινήσουν μια αστραπιαία επίθεση (blitzkrieg) και είχαν ήδη καταστρώσει ένα συντονισμένο σχέδιο εισβολής.

«Έγινε γνωστό από αξιόπιστη πηγή ότι τα αραβικά κράτη πήραν την τελική απόφαση να επιτεθούν από κοινού και ταυτόχρονα στις 15 Μαΐου», έγραφε το τηλεγράφημα που πήρε στα χέρια του ο βοηθός του Μπεν-Γκουριόν λίγο μετά την έναρξη της συνάντησης. «Αποφάσισαν μάλιστα να το κάνουν ακόμα κι αν υπάρχει κίνδυνος αποτυχίας. Βασίζονται σε μια έλλειψη βαρέων όπλων και αεροπορίας από πλευράς των Εβραίων. Το Τελ Αβίβ θα δεχτεί επίθεση αμέσως από αέρος.»

Το μήνυμα, προερχόμενο από τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, έκανε εκτιμήσεις για το σχέδιο της αραβικής επίθεσης και τις δυνάμεις που θα συμμετείχαν σε αυτό. Επρόκειτο για εξαιρετικά σημαντικές στρατηγικές πληροφορίες και συνιστούν τον λόγο που ακόμα κι αν ο Μπεν-Γκουριόν δεν τις μοιράστηκε με όλους τους συμμετέχοντες στη συνάντηση, καθόρισαν τη δική του σκέψη σχετικά με το αν πρέπει να καθυστερήσει την ανακήρυξη της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ για να κερδίσει χρόνο, καθώς τα φορτία των όπλων βρίσκονταν καθ' οδόν, ή όχι. Η «αξιόπιστη πηγή» ήταν ο Γάλλος πρόξενος στην Ιερουσαλήμ και το τηλεγράφημα είχε σταλεί την προηγούμενη μέρα από τον Γάλλο στρατιωτικό ακόλουθο στη Βηρυτό προς το αρχηγείο στρατού του Παρισιού.

Ο Μπεν-Γκουριόν είχε μάθει αρκετά νωρίς, από τον Ιούλιο του 1947 σχετικά με ένα βρετανικό σχέδιο συνωμοσίας που ενέπλεκε τους Ιρακινούς ηγέτες στην πρόκληση πολέμου. Οι γαλλικές υπηρεσίες πληροφοριών τον ενημέρωσαν ότι υψηλόβαθμοι Βρετανοί αξιωματικοί του στρατού και των υπηρεσιών πληροφοριών στο Κάιρο και τη Βαγδάτη δουλεύανε μυστικά για να ανατρέψουν την απόφαση της κυβέρνησης της Αυτού Μεγαλειότητος να εκκενωθεί η Παλαιστίνη, προκαλώντας έναν γενικευμένο πόλεμο μεταξύ Εβραίων και Αράβων.

Με την έναρξη της συνάντησης της Λαϊκής Διοίκησης, είχε γίνει ξεκάθαρο στον ίδιο ότι ήταν ακριβώς οι στρατιωτικές επιτυχίες του Γισούβ εναντίον των παλαιστινιακών δυνάμεων και του Αραβικού Στρατού Απελευθέρωσης – συγκεκριμένα η κατάληψη της Χάϊφα και της Γιάφα – που ενεργοποίησαν τους Βρετανούς αξιωματικούς ώστε να ξεπεράσουν τα ρήγματα και τις βαθιές αντιπαλότητες μεταξύ των Αράβων ηγετών. Πέτυχαν να πείσουν τους Άραβες να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να πάνε σε πόλεμο ώστε να αποτρέψουν την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους, ή τουλάχιστον να περιορίσουν την έκτασή του μονάχα στην ακτογραμμή.

Βρετανική Εκτίμηση του Επερχόμενου Πολέμου
Ένα υπόμνημα της 7ης Μαΐου που στάλθηκε στους Επιτελάρχες του Λονδίνου προέβλεπε με ακρίβεια τα στάδια του Πολέμου της Ανεξαρτησίας και κάποια από τα συμπεράσματά του θα μεταδίδονταν και στο αραβικό πολεμικό σχέδιο. Το υπόμνημα αναφέρεται στον πόλεμο ως ένα αναπόφευκτο γεγονός και αγνοεί τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες της Ουάσιγκτον και δεν παίρνει στα σοβαρά τις ανησυχίες που έτρεφαν οι Άραβες ηγέτες σχετικά με την έναρξη ενός πολέμου από πλευράς τους.

Σύμφωνα με το υπόμνημα, στο πρώτο στάδιο, οι αραβικοί στρατοί θα εκμεταλλεύονταν το πλεονέκτημά τους με όρους τακτικών δυνάμεων και βαρέων όπλων και εξοπλισμού ώστε να εκκινήσουν μια αστραπιαία επιχείρηση και να καταλάβουν τις περιοχές που θα αποδίδονταν έπειτα στα αραβικά κράτη, δεδομένου του Σχεδίου των Δύο Κρατών των Ηνωμένων Εθνών στις 29 Νοεμβρίου του 1947, καθώς και την Νεγκέβ, η οποία θα αποτελούσε κανονικά μέρος του εβραϊκού κράτους. Οι αραβικές δυνάμεις, προβλεπόταν, θα κατακτούσαν τις περιοχές που ελέγχονταν από Εβραίους στα βορειοανατολικά της χώρας. Σε απάντηση, οι Εβραίοι θα κινητοποιούσαν γρήγορα τις δυνάμεις προκαλώντας μαζική μετανάστευση και ενεργοποίηση αυτών που ήταν κατάλληλοι για πόλεμο μέσα στο Γισούβ. Στη συνέχεια θα επέσπευδαν την εισαγωγή όπλων και σφαιρών, αγνοώντας το αμερικάνικο εμπάργκο.

Στο δεύτερο στάδιο οι εβραϊκές δυνάμεις θα ξεκινούσαν αντεπίθεση και θα κέρδιζαν το πάνω χέρι, δεδομένης της έλλειψης όπλων και σφαιρών, αλλά και της πτώσης του ηθικού των Αράβων. Το έντυπο διατυπώνει τη θεωρία «ότι σε αυτό το στάδιο μπορεί να υπάρξουν ευκαιρίες για τους Εβραίους ώστε να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να ανακαταλάβουν κάποιες από τις περιοχές των Αράβων και ίσως να διεξάγουν επιθέσεις εναντίον αραβικών κρατών». Αν οι Άραβες επιβιώσουν το δεύτερο στάδιο του πολέμου, το επόμενο θα πάρει τη μορφή «ενός πολέμου φθοράς» στον οποίο οι Άραβες θα έχουν το πάνω χέρι, δεδομένων των ανώτερων πόρων τους. Παράλληλα, τα αραβικά καθεστώτα θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν εσωτερικές κρίσεις και να πρέπει να παλέψουν ενάντια στην άνοδο εξτρεμιστικών πολιτικών κινημάτων. Από το υπόμνημα αναδυόταν η ιδέα ότι οι Βρετανοί θα κατέληγαν να υιοθετήσουν τα ακόλουθα τέσσερα επιχειρησιακά συμπεράσματα κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο:

  1. Οι αραβικοί στρατοί θα διεξήγαγαν αστραπιαίο πόλεμο για να εξασφαλίσουν ραγδαία χερσαία επιτεύγματα.
  2. Μια ισραηλινή αντεπίθεση θα έπρεπε να αποτραπεί με την ανακήρυξη εκεχειρίας ώστε να εξασφαλιστούν τα αραβικά στρατιωτικά επιτεύγματα. Πράγματι, ο Γάλλος πρόξενος στα Ηνωμένα Έθνη εκείνη την εποχή, ο Αλεξάντρ Παροντί (Alexandre Parodi) ανέφερε ότι στις 19 Μαΐου ο Βρετανός αντιπρόσωπος είχε τορπιλίσει την πρωτοβουλία του στο Συμβούλιο Ασφαλείας για εκεχειρία, αλλά ο ίδιος αντιπρόσωπος ήταν πρόθυμος να υιοθετήσει μια τέτοια πρωτοβουλία στο τέλος του μήνα, όταν οι Άραβες υποχωρούσαν.
  3. Η στρατιωτική παρέμβαση, βασισμένη στις υπάρχουσες αμυντικές συμφωνίες μεταξύ Βρετανίας και Αιγύπτου και του Βασιλείου της Ιορδανίας, θα εξεταζόταν σε περίπτωση που το Ισραήλ εισέβαλε στους γείτονές του. Έτσι, οι Βρετανοί απειλούσαν να παρέμβουν στρατιωτικά με το που ξεκίνησε η ισραηλινή επίθεση στο Σινάι τον Δεκέμβριο του 1948 (Επιχείρηση Horev) και ως αποτέλεσμα των φόβων για μια ισραηλινή επίθεση στην Υπερ-Ιορδανία. Αυτό ήταν το φόντο στην κατάρριψη των πέντε βρετανικών μαχητικών αεροπλάνων Spitfire από την εκκολαπτόμενη ισραηλινή πολεμική αεροπορία και τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων βαρέων όπλων από το Βρετανικό Ναυτικό στην Άκαμπα (Aqaba). Ταυτόχρονα τα βρετανικά αντιτορπιλικά έκαναν επίδειξη δύναμης στα παράλια της Βηρυτού μετά από αίτημα του Λιβανέζου πρωθυπουργού.
  4. Ήταν επιτακτικό να διασφαλιστεί η κατάκτηση του Νεγκέβ από τις αραβικές δυνάμεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Ιανουάριο του 1947 ο βρετανικός στρατός είχε ολοκληρώσει τις επιτόπιες εργασίες του στο Νεγκέβ σε σημείο που να εξετάζει το εφικτό της μεταφοράς των στρατοπέδων του εκεί από τη Διώρυγα του Σουέζ. Οι προτάσεις περιλάμβαναν το στρώσιμο δρόμων στην Αράβα (Arava) που θα συνέδεαν τις βάσεις του στρατού στο Σινάι και τον βορρά της Άκαμπα, που αργότερα θα γινόταν κεντρικό λιμάνι άφιξης ενισχύσεων, ή την εκκένωση των βρετανικών δυνάμεων στην Ανατολική Αφρική αν αυτό κρινόταν απαραίτητο. Η κατάκτηση του νότιου Νεγκέβ από το Ισραήλ, της Αράβα και του Ειλατ (Επιχείρηση Uvda) τον Μάρτιο του 1949 όχι μόνο αύξησε τους βρετανικούς φόβους για κατάληψη της Δυτικής Όχθης από τους Ισραηλινούς και για άμεση επίθεση στην Υπερ-Ιορδανία, αλλά επίσης εκτροχίασε το ζωτικό βρετανικό στρατηγικό σχέδιο.

Το ερώτημα που αναδύεται από το βρετανικό υπόμνημα είναι γιατί οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί πληροφοριών της Βρετανικής Εντολής και το στρατιωτικό συμβούλιο στην Αίγυπτο ώθησαν τους Άραβες ηγέτες να ξεκινήσουν πόλεμο, ακόμα κι αν προέβλεπαν την πιθανότητα της ήττας. Κάποιοι προφανώς έκαναν κακές εκτιμήσεις για τις ικανότητες των ηγετών του Γισούβ και για την πολεμική δύναμη που είχαν στη διάθεσή τους για να περιορίσουν την αραβική επίθεση. Πιστεύανε ότι ο βασικός στόχος – η κατάκτηση του Τελ Αβίβ – θα επιτυγχανόταν με μια συνδυασμένη επίθεση αιγυπτιακών δυνάμεων από το Νότο και της Αραβικής Λεγεώνας από την Ανατολή.

Άλλοι υποστήριζαν ότι, είτε χάσουν είτε νικήσουν, τα αραβικά κράτη θα ήταν όλο και περισσότερο εξαρτημένα από τη Βρετανία και θα αναπροσάρμοζαν τους στόχους τους στην υπογραφή αμυντικών συμφωνιών. Η Βρετανική Διοίκηση Στρατού έβλεπε αυτές τις συμφωνίες ως πολύ σημαντικές υπό το φως της εκτίμησής της ότι η Μέση Ανατολή θα γινόταν η μία από τις βασικές αρένες στον προβλεπόμενο Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση.

Το τηλεγράφημα με τις γαλλικές πληροφορίες που έλαβε ο Μπεν Γκουριόν. «Έχουν αποφασίσει να το κάνουν ακόμα κι αν εμπεριέχεται κίνδυνος αποτυχίας. Βασίζονται στην έλλειψη βαρέων όπλων και εβραϊκής δύναμης από αέρος.» (Credit: The Central Zionist Archives). 

Τι γνώριζε ο Μπεν Γκουριόν
Ένας ηγέτης που γνωρίζει ότι αυτός και το κίνημά του αποτελούν στόχο μυστικής, ανατρεπτικής δραστηριότητας αποκτά ένα πλεονέκτημα: μπορεί να ματαιώσει τις προθέσεις του αντίπαλού του. Αυτό ήταν σίγουρο αλήθεια στην περίπτωση του Μπεν Γκουριόν ο οποίος γνώριζε για τις προθέσεις των Βρετανών αξιωματικών να σαμποτάρουν την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους. Με αυτές τις πληροφορίες, το καλοκαίρι του 1945, ο Μπεν Γκουριόν – σε αντίθεση με τους ηγέτες της Χαγκανά, της στρατιωτικής οργάνωσης πριν τη δημιουργία του κράτους – ήταν ικανός να προβλέψει το ξέσπασμα ενός γενικού πολέμου με τα αραβικά κράτη και να πάρει ζωτικές στρατηγικές αποφάσεις σχετικά με τη διεξαγωγή της μάχης εναντίον των Βρετανών, την απόκτηση μέσων παραγωγής όπλων στις Ηνωμένες Πολιτείες και την προμήθεια βαρέων όπλων.

Κατά τη μακρά του διαμονή στο Παρίσι, το 1945-1946, ο Μπεν Γκουριόν έμαθε ότι οι πράκτορες των βρετανικών υπηρεσιών είχαν χειραγωγήσει τους ηγέτες της Συρίας και του Λιβάνου με σκοπό να διώξουν τους Γάλλους από τις περιοχές της επιρροής τους στο Λεβάντε. Οι πράκτορες είχαν χρησιμοποιήσει επίσης αυτούς τους ηγέτες και άλλους – μεταξύ των οποίων κυρίως τον γενικό γραμματέα του Αραβικού Συνδέσμου, Αμπντ αλ-Ραχμάν αλ-Αζάμ (Ab al-Rahman al-Azzam) – για να προκαλέσουν τη συμμαχία της αραβικής εισβολής.

Ο Μπεν Γκουριόν ανέπτυξε μια σχεδόν μοιρολατρική πίστη στην ικανότητα των βρετανικών υπηρεσιών να χειραγωγήσουν τόσο τους Άραβες ηγέτες όσο και την ίδια τους την κυβέρνηση στο Λονδίνο προκειμένου να πετύχουν στους στόχους τους. Η πεποίθησή του αυτή αποδείχθηκε προφητική.

Στο συμβούλιο του Minhelet Ha’am της 12ης Μαΐου του 1948 ο Μπεν Γκουριόν έλαβε πληροφορίες από γαλλικές πηγές που έλεγαν ότι οι βρετανικοί αξιωματικοί πληροφοριών και η βρετανική στρατιωτική διοίκηση τα είχαν καταφέρει να πείσουν τον βασιλιά Φαρούκ να αλλάξει την πρότερη γνώμη του και να συμμετάσχει στον πόλεμο της αραβικής συμμαχίας. Ο βασιλιάς πήρε μόνος του την απόφαση και την επέβαλε στον πρωθυπουργό του, Μαχμούντ Φαχμί αλ-Νουκράσι (Mahmud Fahmi al-Nuqrashi), ξεπερνώντας έτσι την αντίθεση τόσο του ίδιου όσο και άλλων υψηλόβαθμων στελεχών της κυβέρνησης, της βασιλικής οικογένειας αλλά και του αιγυπτιακού στρατιωτικού συμβουλίου. Από τις 10 έως τις 13 Μαΐου ο Νουκράσι συναντιόταν μυστικά με άλλα μέλη της κυβέρνησης σε συμβούλια που έφταναν στο συμπέρασμα ότι ο αιγυπτιακός στρατός υπέφερε από βασικές ελλείψεις στο πολεμικό υλικό και ήταν απροετοίμαστος για μάχη.

Η έρευνα στα αρχεία του γαλλικού στρατού, του τμήματος πληροφοριών και του υπουργείου Εξωτερικών έχει αποκαλύψει πολλές λεπτομέρειες για τους τρόπους που οι βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών και κάποιοι στρατηγοί της Αιγύπτου χειραγώγησαν τον Φαρούκ για να συμμετάσχει στον πόλεμο κατά του Ισραήλ. Μεταξύ άλλων τακτικών που χρησιμοποίησαν, οι Βρετανοί πράκτορες έκαναν χρήση και του κινήματος της Αδελφότητας των Μουσουλμάνων. Χιλιάδες από τα μέλη της οργάνωσης αυτής είχαν επιτεθεί και λεηλατήσει εβραϊκές και ξένες περιουσίες και διαδήλωναν στους δρόμους των πόλεων, απαιτώντας μια βασιλική εντολή ο στρατός να αναλάβει δράση για να σώσει το Τζαμί του Αλ-Ακτσά στην Ιερουσαλήμ και τους Μουσουλμάνους της Παλαιστίνης.

Στο Νεγκέβ, εκατοντάδες μέλη της Αδελφότητας επέδραμαν κατά των εβραϊκών εποικισμών. Ταυτόχρονα ειπώθηκε στον βασιλιά ότι η αραβική κατάκτηση του Νεγκέβ θα ενθάρρυνε τον βρετανικό στρατό να συναινέσει στο αίτημά του να μετακινηθούν εκεί οι δυνάμεις τους από την Αίγυπτο.

Ωστόσο, το πιο ισχυρό δέλεαρ ήταν η μυστική παροχή όπλων στον αιγυπτιακό στρατό παρά το εμπάργκο στις πωλήσεις όπλων που είχαν επιβάλει οι Βρετανοί στη Μέση Ανατολή. Κατά τη δεύτερη εβδομάδα του Μαΐου, οι Γάλλοι παρατήρησαν ασυνήθιστες επισκέψεις του βασιλιά Φαρούκ στο βρετανικό στρατιωτικό αρχηγείο στο Τελ αλ-Καμπίρ (Tel al-Kabir). Οι πληροφορίες που έφταναν στους Γάλλους έδειχναν ότι οι Βρετανοί αξιωματικοί είχαν υποσχεθεί στον βασιλιά ότι αν συμμετείχε στην πολεμική προσπάθεια, η Βρετανία θα παρείχε στις αιγυπτιακές δυνάμεις τα απαραίτητα: όπλα, σφαίρες και αεροπορία.

Σύμφωνα με μια αναφορά του Γάλλου στρατιωτικού συνδέσμου στο Κάϊρο, κατά την περίοδο 1-25 Μαΐου, ο Βρετανικός Στρατός παρέδωσε στο αιγυπτιακό εκστρατευτικό σώμα μεγάλες ποσοτήτων όπλων και εξοπλισμού από τις αποθήκες του στη Διώρυγα του Σουέζ: καραμπίνες, αυτόματα όπλα, πυροβολικό πεζικού, σφαίρες, μπιτόνια νερού και άλλα αντικείμενα.

Ειδική έμφαση δόθηκε στην ενίσχυση της αιγυπτιακής αεροπορίας: έλαβε 16 αεροπλάνα Spitfire, έναν αριθμό από Ντακότες, βόμβες αέρος-εδάφους και μεγάλη ποσότητα σφαιρών. Οι Βρετανοί συμφώνησαν επίσης να αντικαταστήσουν τα κατεστραμμένα αεροπλάνα των Αιγυπτίων. Από πλευράς τους οι Γάλλοι υποψιάστηκαν ότι οι Βρετανοί αξιωματικοί ήταν οι ίδιοι υπεύθυνοι για τον σχεδιασμό της αιγυπτιακής επίθεσης.

Η απόφαση του Φαρούκ ήταν ένα ξεχωριστό γεγονός για την Αίγυπτο και την όλη περιοχή. Το Ισραήλ τώρα ήταν αναγκασμένο να πολεμήσει σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα. Ο αιγυπτιακός στρατός αναπτυσσόταν στα νότια του Τελ Αβίβ, ενώ οι στρατοί της Υπερ-Ιορδανίας, του Ιράκ, της Συρίας και του Λιβάνου θα επιτίθεντο από τα ανατολικά και τον βορρά.

 Η υπογραφή της ανακήρυξης του Κράτους του Ισραήλ στις 15 Μαίου του 1948 (Credit: Hans Pinn/GPO).

 Οι Βρετανοί αξιωματικοί πληροφοριών τα είχαν καταφέρει επίσης και στη Δαμασκό, όπως έμαθε πάλι ο Μπεν Γκουριόν από γαλλικές πηγές. Οι Άραβες ηγέτες συναντήθηκαν εκεί κατά τη δεύτερη εβδομάδα του Μαΐου για να συζητήσουν αν θα δεχτούν την αμερικάνικη έκκληση να επεκταθεί για άλλες δέκα μέρες η Βρετανική Εντολή στην Παλαιστίνη ώστε να επιτευχθεί μια αραβο-εβραϊκή συμφωνία ή θα αποφασίσουν να πάνε σε πόλεμο και θα παρουσιαστεί ένα συντονισμένο σχήμα εισβολής.

Σύμφωνα με πληροφορίες που έδωσε υψηλόβαθμο στέλεχος των Σύριων, οι Βρετανοί υποχρέωσαν τον Ιρακινό αντιβασιλέα Αμπντ αλ-Ιλάχ (Abd al-Ilah) και τον βασιλιά Αμπντουλάχ (Abdullah) να αντικαταστήσουν τον Ιρακινό Στρατηγό Ισμαήλ Σαφουάτ (Ismail Safwat) με έναν άλλο Ιρακινό Στρατηγό, τον Νουρ α-Ντιν Μαχμούντ (Nur a-Din Mahmud) ο οποίος ήταν πιο συνεργάσιμος με τους Βρετανούς.

Η αναφορά επίσης δείχνει ότι ο επικεφαλής του Αραβικού Συνδέσμου Αζάμ αλλά και οι Τζαμίλ Μαρντάμ (Jamil Mardam) και Ριιάντ αλ-Σουλχ (Riyad al-Sulh), οι πρωθυπουργοί της Συρίας και του Λιβάνου αντίστοιχα, και ο Μουφτής της Ιερουσαλήμ, Αμίν αλ-Χουσείνι (Amin al-Husseini) ήταν έτοιμοι να δεχτούν την αμερικάνικη πρόταση για προέκταση της Εντολής, αλλά υπέκυψαν στην πίεση του Ιορδανού μονάρχη του οποίου οι αντιπρόσωποι τους ενημέρωσαν ότι η Αραβική Λεγεώνα (ο στρατός της Ιορδανίας) θα εισέβαλε στην Παλαιστίνη όπως και να ‘χει.

Η στάση του Αμπντουλάχ ανάγκασε όλους τους υπόλοιπους ηγέτες να προτιμήσουν την εισβολή για να μη φανούν τουλάχιστον στους δικούς τους λαούς λιγότερο αφοσιωμένοι από τον Ιορδανό βασιλιά στην υπεράσπιση των Αράβων της Παλαιστίνης. Όσοι παρίσταντο στη συνάντηση της Δαμασκού, κάποιοι εκ των οποίων συνεργάζονταν κρυφά με τις βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών, δεν είχαν καμία αμφιβολία ότι ο Αμπντουλάχ δρούσε υπό την κατεύθυνση των Άγγλων χορηγών του. Ως εκ τούτου, η επίσκεψη που δέχτηκε από την Γκόλντα Μέιρ (Golda Meir), τότε επικεφαλής του Πολιτικού Τμήματος του Εβραϊκού Οργανισμού, στις 11 Μαΐου, σε μια τελευταία προσπάθεια να αποτραπεί ο πόλεμος, δεν είχε καμία ελπίδα εξαρχής.\

Η κατάληψη του Ετζιόν Μπλοκ από τους Άραβες ατάκτους κυρίως των τριγύρω χωριών σε συνεργασία με μονάδες της Αραβικής Λεγεώνας που ολοκληρώθηκε στις 13 Μαΐου, έπεισε ακόμα και εκείνους τους Άραβες ηγέτες που ήταν ακόμη διστακτικοί, ότι οι στρατοί τους θα ήταν ικανοί να νικήσουν τις εβραϊκές δυνάμεις και να απελευθερώσουν την Παλαιστίνη. Αυτή η φιλοδοξία επιβεβαιώθηκε και με το παραπάνω με τα γεγονότα του Ετζιόν Μπλοκ, κατά τη διάρκεια των οποίων πολλοί κάτοικοι του Κιμπουτς Κφαρ Ετζιόν σφαγιάστηκαν και εκατοντάδες ακόμη από όμορους εποικισμούς πιάστηκαν αιχμάλωτοι και υπέστησαν μια εξευτελιστική παρέλαση πάνω στα αραβικά φορτηγά και μέσα από τους δρόμους του Αμάν όπου το πλήθος ζητωκραύγαζε. Πράγματι, η προσκόμιση τέτοιων αποδείξεων αποτελούσε έναν από τους στόχους της επιχείρησης, της οποίας ο αρχιτέκτονας ήταν ο διοικητής της Αραβικής Λεγεώνας, Γκλουμπ Πασά [δηλαδή ο Βρετανός αξιωματικός Τζον Μπάγκοτ Γκλουμπ (John Bagot Glubb)], ο οποίος βρισκόταν σε άμεση επαφή με τη Βρετανική Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση και τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες στην Αίγυπτο.

Αλλά η κατάκτηση του Ετζιόν Μπλοκ είχε επίσης έναν άμεσο στρατιωτικό στόχο: τη διασφάλιση της λειτουργίας των γραμμών εφοδιασμού από τις αποθέματα του Βρετανικού Στρατού στη Διώρυγα του Σουέζ προς την Αραβική Λεγεώνα. Κυρίως, τα έγγραφα των βρετανικών υπηρεσιών πληροφοριών και οι αναφορές της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών της Συρίας έδειχναν ότι ο Γκλουμπ ήταν αναμεμειγμένος σε δραστηριότητες των βρετανικών υπηρεσιών στην Υπερ-Ιορδανία και τη Συρία, μεταξύ των οποίων στη στρατολόγηση των φυλών των Βεδουίνων της Συριακής ερήμου ως ατάκτων βοηθητικών σωμάτων για την Αραβική Λεγεώνα. Κάποιοι από αυτούς αργότερα πήραν μέρος και στις μάχες κατά των ισραηλινών δυνάμεων στο Λατρούν (Latrun), μεταξύ Ιερουσαλήμ και Τελ Αβίβ.

Αποφασίζοντας τη δημιουργία ενός κράτους
Συμπερασματικά, μπορεί να ειπωθεί ότι πριν και κατά τη διάρκεια του συμβουλίου της Minhelet Ha’am, ο Μπεν Γκουριόν έλαβε αξιόπιστες και ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την απόφαση των Αράβων ηγετών να οδεύσουν, με βρετανική υποστήριξη, σε πόλεμο αλλά και πληροφορίες σχετικά με το σχέδιο εισβολής και τις συμμετέχουσες σε αυτό δυνάμεις.

Πήρε αρκετό χρόνο στα μέλη της Minhelet Ha’am να σκεφτούν και να αποφασίσουν, μιας και το συμβούλιο κράτησε 10 ώρες. Η Γκόλντα Μέιρ μετέφερε στο συμβούλιο τα νέα της αποτυχημένης κατάληξης της δικής της αποστολής στον βασιλιά Αμπντουλάχ και ο Ισραέλ Γκαλίλι (Israel Galili), επικεφαλής της Εθνικής Διοίκησης της Χαγκανά, αλλά και ο Γιγκάλ Γιαντίν (Yigal Yadin), ο επιτελάρχης, κατέγραψαν την πολεμική κατάσταση στη συγκυρία εκείνη. Ο Γιαντίν εκτίμησε ότι το Γισούβ είχε μια «ίση» ευκαιρία να αντέξει την αραβική επίθεση.

Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η απόφαση της Minhelet Ha’am ήταν απαιραίτητη, δεδομένης της απόφασης των Αράβων ηγετών δύο μέρες νωρίτερα να εισβάλουν στις 15 Μαίου, αμέσως μετά την αποχώρηση των δυνάμεων της Βρετανικής Εντολής. Υπό το φως των δισταγμών των Αράβων ηγετών και της πίεσης από την Ουάσιγκτον, είναι πολύ απίθανο οι Άραβες ηγέτες να ενέδιδαν στη βρετανική πίεση και να διέταζαν εισβολή αν το εβραϊκό κράτος δεν είχε αυτοανακηρυχθεί.

Η απόφαση να ιδρυθεί κράτος πάρθηκε μέσα από μια ισχυρή πεποίθηση ότι αυτή ήταν μια ιστορική στιγμή για τον εβραϊκό λαό και το σιωνιστικό κίνημα. Αλλά ήταν βασισμένη σε ρεαλιστική εκτίμηση της κατάστασης, έγκαιρες πληροφορίες για τον εχθρό και τις προθέσεις του και μια εκτίμηση των ικανοτήτων των δυνάμεων του Γισούβ να περιορίσουν την αστραπιαία επίθεση των Αράβων και να διεξάγουν αντεπίθεση.

Το μέγεθος της ευθύνης που ένιωσε ότι σήκωσε ο Μπεν Γκουριόν, αποδίδεται σε μια καταγραφή στο ημερολόγιό του στις 14 Μαΐου, μετά την ανακήρυξη του κράτους του Ισραήλ: «Στη χώρα διαδόθηκε έντονη χαρά και αγαλλίαση – και πάλι ωστόσο ανάμεσα στους περιχαρείς εγώ πενθώ…»֍

*Ο Μείρ Ζαμίρ (Meir Zamir) είναι ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν του Νεγκέβ. Το άρθρο του «Ο Ρόλος της MI6 στην απόφαση της Αιγύπτου να κηρύξει πόλεμο εναντίον του Ισραήλ τον Μάιο του 1948» εκδόθηκε τον Μάιο του 2019 στο Βρετανικό Περιοδικό «Υπηρεσίες Πληροφοριών και Εθνική Ασφάλεια».

Αρχική Πηγή: https://www.haaretz.com/world-news/.premium.MAGAZINE-what-ben-gurion-learned-on-the-eve-of-declaring-israel-s-independence-1.8848132

Δευτερεύουσα Πηγή: https://israelstories.wixsite.com/mysite/post/what-ben-gurion-learnt