Cohen.gr Παρασκευή 11.2.2022
Δρ. Ντάνη. Καμπούρης*

Όταν η παραποίηση της Ιστορίας ξεπερνά κάθε όριο λογικής καταντώντας εξωφρενικά γελοία και επικίνδυνη.

Αφορμή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου άρθρου είναι η πρόδηλα ανιστόρητη δήλωση του Μαχμούντ Αμπάς ότι «Η αιώνια πρωτεύουσα του παλαιστινιακού κράτους είναι  η Ιερουσαλήμ»**. Η δήλωση αυτή είναι προβληματική για δύο λόγους. Πρώτον, δεν υπάρχει «παλαιστινιακό κράτος» αλλά «παλαιστινιακή Αρχή» σύμφωνα με τις Συμφωνίες του Όσλο, τις οποίες βεβαίως ουδέποτε τήρησαν οι αυττοπροσδιοριζόμενοι ως «Παλαιστίνιοι», όπως έχουν κάνει εξάλλου και με όλες τις συμφωνίες που υπέγραψαν. Δεύτερον, ο πρόεδρος της ΠΑ προσπαθεί να σφετεριστεί την εβραϊκή ταυτότητα της Ιερουσαλήμ, κάτι που δεν αμφισβητεί κανείς άνθρωπος με στοιχειώδη εκπαίδευση.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συγκεκριμένος άνθρωπος παραλογίζεται (και δεν φταίει το προκεχωρημένο της ηλικίας του). Πρόκειται για συνειδητή προπαγάνδα προς εσωτερική και εξωτερική κατανάλωση. Σε άλλη περίπτωση, τέτοιες απόψεις θα πρόδιδαν όχι μόνο άτομο με παντελή έλλειψη στοιχειωδών ιστορικών γνώσεων αλλά και προσωπικότητα ψυχοπαθολογικού ενδιαφέροντος.

(Στη χώρα μας βέβαια έχουμε ακούσει παρόμοιες παραληρηματικές δηλώσεις: ο Μέγας Αλέξανδρος μιλούσε σλαβική διάλεκτο ενώ οι κάτοικοι της γειτονικής χώρας που έφθασαν στον χώρο της Μακεδονίας περίπου δέκα αιώνες αργότερα, είναι άμεσοι απόγονοί του!]

Στο άρθρο μου θα κάνω μια σύντομη αναφορά στο όνομα και την ιστορία της Ιερουσαλήμ και θα ζητήσω από τους ευγενείς αναγνώστες να προσπαθήσουν κατά την ανάγνωσή του, να εντοπίσουν -αν δυνηθούν- την οποιαδήποτε σχέση «παλαιστινιακού» στοιχείου με την εβραϊκή πόλη της Ιερουσαλήμ. Ας δούμε λοιπόν την Ιστορία.

Το όνομα της πόλης. «Για πρώτη φορά το όνομα της Ιερουσαλήμ αναφέρεται στα Αιγυπτιακά Κείμενα των Καταρών (19ος – 18ος αι. ΠΚΕ). Η γραφή δήλωνε μόνο τα σύμφωνα w-sh-m-m με πιθανότερη προφορά ως «rushalimum”. Στη γραφή του Tel el-Amra (14ος αι. ΠΚΕ) γράφεται Urusalim και στα ασσυριακά Ursalimmu (στην επιγραφή του [σ.μ. βασιλιά] Sennacherib). Στην Τανάχ συνήθως γράφεται yrshlm και ενίοτε yrushlym (προφέρεται “Yerushalayim”). Η πόλη του Salem (Γεν. 14:18, Ψαλμ. 76:3) είναι προφανώς η Ιερουσαλήμ. Η ελληνική λέξη Ιεροσόλυμα αντανακλά «την ιερότητα» (από το «ιερός») της πόλης. Φαίνεται ότι το αρχικό όνομα ήταν Irusalem, και η σημασία των δύο συνθετικών είναι «βρίσκω» (“yarah”) και το όνομα του δυτικού σημιτικού θεού Shulmanu ή Shalim. Ίσως ο θεός να θεωρείτο ο προστάτης της πόλης, στην οποία υπήρχε και ναός προς τιμή του. Η μετέπειτα λαϊκή μιντρασική ετυμολογία της λέξης Ιερουσαλήμ ως «θεμέλιο της ειρήνης» (shalom) σχετίζεται με ποιητικές ονομασίες που αποδίδονταν στην πόλη». (Encyclopaedia Judaica, τομ. 11, σελ. 144, 2η εκδ., 2007).

Σύντομη ιστορία της Ιερουσαλήμ (βασικά ιστορικά γεγονότα και αναφορές στην πληθυσμιακή σύσταση της πόλης) ***

Κατά την Πρώϊμη Εποχή του Χαλκού, ο μικρός οικισμός βρισκόταν στο χαμηλότερο νοτιοδυτικό λόφο της Ιερουσαλήμ, πλησίον της πηγής του Γκιχόν. Στα Αιγυπτιακά Κείμενα των Καταρών (20ος – 19ος αι. ΠΚΕ) αναφέρεται ως χαναανιτική πόλη, ενώ διασώζονται και τα ονόματα δύο βασιλέων της (Yqr’m και Shs’n).

Στη συνέχεια οι πληροφορίες για την πόλη αρύονται από την Τανά’’χ (Γεν. 14:8) και από τις επιστολές του El-Amarna (14ος ΠΚΕ), από όπου φαίνεται ότι η πόλη ανήκε σε Αμορίτες μέχρι την κατάκτησή της και από Ιεβουσαίους. Κατά τη διαίρεση της Χαναάν, η Ιερουσαλήμ αποδόθηκε στον Βενιαμίν αλλά παρέμεινε στους Ιεβουσαίους μέχρι που κατακτάται από τον Βασιλέα Δαυίδ (Χρονικά 11:41 κ.ε. και Σαμουήλ 5:6 κ.ε.), ο οποίος και αναθέτει μάλιστα στους κατακτημένους ορισμένα διοικητικά καθήκοντα ενώ συγχρόνως την υπερασπίζεται επιτυχώς από τους Φιλισταίους. Μεταφέρει σ’ αυτή την Κιβωτό της Διαθήκης, την κάνει πρωτεύουσα του κράτους του και παράλληλα οχυρώνει την πόλη που τώρα της δίνει το όνομα «Σιών».

Ο Σολομώντας στη συνέχεια, αντιλαμβανόμενος την τεράστια εμπορική σημασία που είχε λόγω της γεωγραφικής της θέσης, φρόντισε για την περαιτέρω οχύρωσή της ενώ παράλληλα πραγματοποίησε μια σειρά από σπουδαία κατασκευαστικά έργα μεταξύ των οποίων ήταν τα ανάκτορά του και ο Πρώτος Ναός που φέρει το όνομά του.

Μετά τη διαίρεση του Βασιλείου (περί το 930 ΠΚΕ) η Ιερουσαλήμ παρέμεινε στην δαυϊδική δυναστεία ως πρωτεύουσα του Βασιλείου του Ιούδα. Για τα επόμενα χρόνια παρέμεινε σε εβραϊκό έλεγχο μέχρι την κατάκτησή της από τον Ναβουχοδονόσορα (589 ΠΚΕ), ο οποίος θα εξορίσει σημαντικό μέρος του πληθυσμού της στην Βαβυλώνα. Το 536 ΠΚΕ ο Κύρος θα επιτρέψει την επανεγκατάσταση των εξορίστων Εβραίων  στη Γη του Ισραήλ και τη Σιών. Κατά την περίοδο αυτή αρχίζει και η κατασκευή του Δευτέρου Ναού (που περατώθηκε το 515 ΠΚΕ).

Κατά την ελληνιστική περίοδο (το 332 ΠΚΕ ο Μέγας Αλέξανδρος καταλαμβάνει ειρηνικά την πόλη) συνεχίζει να αποτελεί το πνευματικό κέντρο της εβραϊκής ζωής και μόνο μετά το 175 ΠΚΕ, με την άνοδο στο θρόνο του Αντιόχου του Επιφανούς και τις συνακόλουθες εξεγέρσεις, θα αλλάξει η κατάσταση. Διάφορες μεταβολές επισυνέβησαν κατά τα επόμενα έτη (περίοδος των Ασμοναίων και περίοδος του Ηρώδη).

Στη συνέχεια η Ιερουσαλήμ κατακτάται από τους Ρωμαίους (6 ΚΕ). Κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, η πόλη ξαναγίνεται «η πρωτεύουσα του εβραϊκού έθνους» κατά την Encyclopaedia Judaica (τομ. 11, σελ. 150). Το φθινόπωρο του 66 ΚΕ ξέσπασε επανάσταση και για τα επόμενα 3 χρόνια η Ιερουσαλήμ απολάμβανε την ελευθερία της. Την 9η του εβραϊκού μήνα Αβ, το 70 ΚΕ, ο ρωμαίος διοικητής Τίτος Φλάβιος θα επανακτήσει τον έλεγχο της πόλης και θα την καταστρέψει ολοκληρωτικά, οδηγώντας τον εβραϊκό λαό σε νέα εξορία και θα την ονομάσει Aelia Capitolina σε μια προσπάθεια να σβήσει εντελώς το εβραϊκό της παρελθόν.

Κατά τη Βυζαντινή περίοδο η Ιερουσαλήμ θα αποκτήσει νέα σημασία χάρη στον χριστιανισμό.

Μέχρι αυτή τη στιγμή, στο ιστορικό προσκήνιο, δεν υπάρχει καμία αραβική ή μουσουλμανική παρουσία στην Ιερουσαλήμ. Μόνο το 638 ΚΕ η πόλη θα κατακτηθεί από τους Άραβες ενώ «παρέμεινε μια επαρχιακή πολίχνη που δεν έγινε ποτέ έδρα πλουσίων πριγκήπων, που να διαθέτουν χρονικογράφους στην Αυλή τους. Συνεπώς, η αραβική ιστοριογραφία σχετικά με την Ιερουσαλήμ συνίσταται από ένα και μοναδικό έργο, το al-Uns al Jaliil fi Ta’riikh al-Quds wa al-Khaliil, το οποίο συνεγράφη από τον Mujiir al-Ulaimii στα τέλη του 15ου αι.». (Encyclopaedia Judaica (τομ. 11, σελ. 153).

Ημερομηνία- ορόσημο για την προσπάθεια των Αράβων να σφετεριστούν την Αιώνια Πρωτεύουσα του εβραϊκού λαού είναι το 682 ΚΕ. Αλλά, ας αφήσουμε τον διαπρεπή καθηγητή δρ Μορντεχάι Κεντάρ από το Τμήμα Αραβικών του Πανεπιστημίου Μπαρ-Ιλάν, να μας εξηγήσει με ποιο τρόπο επιχειρήθηκε να γίνει «αραβική» η Ιερουσαλήμ.

«Το 682 Κ.Ε., πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Μωάμεθ, ο Αμπντάλλα Ιμπν αλ-Ζουμπαϊρ, ο σκληροτράχηλος άντρας της Μέκκας, επαναστάτησε εναντίον των Ομεϋαδών [που κυβερνούσαν τη Δαμασκό και που δεν τους επέτρεπαν να πραγματοποιήσουν το προσκύνημά τους (χατζ) στη Μέκκα. Από τη στιγμή που το χατζ αποτελεί έναν από τους πέντε βασικούς πυλώνες της ισλαμικής πίστης, αναγκάστηκαν να επιλέξουν την Ιερουσαλήμ σαν εναλλακτικό τόπο προσκυνήματος. Προκειμένου να δικαιολογήσουν την επιλογή της Ιερουσαλήμ, οι Ομεϋάδες ξαναέγραψαν την ιστορία του Κορανίου, μεταθέτοντας το τέμενος αλ-Άκσα στην Ιερουσαλήμ, και προσθέτοντας, για ευνόητους λόγους και τον μύθο του νυχτερινού ταξιδιού του Μωάμεθ στο αλ-Άκσα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι Σουνίτες θεωρούν την Ιερουσαλήμ την τρίτη ιερότερη πόλη τους.

Το σιιτικό Ισλάμ, που καταδιώχτηκε ανηλεώς από το Χαλιφάτο των Ομεϋαδών {الخلافة الأموية} δεν αποδέχτηκε τον ανυπόστατο ισχυρισμό σχετικά με την ιερότητα της Ιερουσαλήμ, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η δεύτερη ιερότερη πόλη των Σιιτών είναι η Νατζίφ στο Ιράκ, η πόλη όπου ετάφη ο ιδρυτής του Σιιτισμού Αλή Μπιν Αμπί Ταλίμπ. Πολλοί από τους αξιωματούχους των Σιιτών -τόσο Ιρανών όσο και μελών της Χεζμπολλά- άρχισαν να επικαλούνται την Ιερουσαλήμ μόλις το 1979, έπειτα από την επανάσταση του Χομεϊνί, και αυτό για να μη θεωρηθούν από τους Σουνίτες ότι είναι μαλθακοί απέναντι στον Σιωνισμό».

(Ολόκληρο το άρθρο θα το βρείτε εδώ: https://www.cohen.gr/new/articles/middle-east/4218-to-pragmatiko-temenos-al-aksa-den-vrisketai-stin-ierousalim)

Την περίοδο των Αββασιδών (750 ΚΕ) η Ιερουσαλήμ σταδιακά υποβαθμίστηκε. Από το 878, η Ιερουσαλήμ, μαζί με όλη τη Γη του Ισραήλ, περιήλθε στην Αίγυπτο, όπου και παρέμεινε (με τα μικρά διαλείμματα των Σταυροφοριών) μέχρι το 1516, καθώς τότε πέρασε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κατά την παραπάνω περίοδο, δεν γίνεται καμία αναφορά στην Ιερουσαλήμ, παρά μόνο για το ό,τι μετέφεραν εκεί τους νεκρούς ηγέτες από το Κάιρο προκειμένου να ταφούν. Πρόκειται για μια νέα συνήθεια που εμφανίστηκε τότε.

Κατά την περίοδο των Σταυροφοριών, η πόλη είχε χριστιανικό πληθυσμό, αφού οι Σταυροφόροι κατέσφαξαν εβραίους και μουσουλμάνους.

Κατά την οθωμανική κατάκτηση, η Ιερουσαλήμ γνώρισε ανάπτυξη κατά την περίοδο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520-1566 ΚΕ). Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές  των ετών 1525, 1533-39 και 1553 ο αριθμός των Εβραίων στην πόλη ήταν μεταξύ 1.000 και 1.500 ατόμων. Στη συνέχεια η πόλη περιέπεσε πάλι στην αφάνεια για να δεχτεί περί τα τέλη του 16ου αι. ΚΕ ένα μεταναστευτικό ρεύμα Εβραίων από την Τουρκία, τη Βόρειο Αφρική, την Ιταλία και τη Δυτική Ευρώπη.

Από τον 19ο αι. ΚΕ, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις αρχίζουν να δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περιοχή και ανοίγουν προξενεία στην Ιερουσαλήμ. Οι μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, συνδράμουν στην ανάπτυξη της εβραϊκής κοινότητας (τυπογραφείο, συναγωγές, το νοσοκομείο Rothschild, σχολεία, νέα σπίτια κ.λπ) και μέχρι τη δεκαετία του 1880, η Ιερουσαλήμ είχε προσλάβει το χαρακτήρα μιας «δυτικής» πόλης. Στις αρχές του 20ου αι. ΚΕ ο πληθυσμός της αποτελείτο από 28.000 Εβραίους (εκ των οποίων οι 15.200 Ασκενάζιμ), 8.760 Χριστιανούς και 8.600 Μουσουλμάνους). Το 1912, η πληθυσμιακή σύνθεση είχε διαμορφωθεί ως εξής: 10.000 Μουσουλμάνοι, 25.000 Χριστιανοί (οι μισοί Ελληνορθόδοξοι) και 45.000 Εβραίοι. Στους τελευταίους πρέπει να προστεθούν άλλες 17.000 μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια.

Υπό τη Βρετανική Εντολή (1917-1948) πάλι ο εβραϊκός πληθυσμός ήταν ο μεγαλύτερος. Στην απογραφή του 1922 33.971 ήσαν Εβραίοι, 14.699 Χριστιανοί, 13.413 Μουσουλμάνοι και 495 λοιπών θρησκευτικών πεποιθήσεων. Επίσης, τα στοιχεία από την απογραφή του 1931 είναι αποκαλυπτικά: 51.222 Εβραίοι, 19.894 Μουσουλμάνοι, 19.335 Χριστιανοί και 52 λοιπών πεποιθήσεων.

Η μεταμόρφωση της πόλης, από την εγκαταλελειμμένη, πάμφτωχη και υποβαθμισμένη πολίχνη της οθωμανικής περιόδου σε μεγάλη πόλη, προκάλεσε το φθόνο προς τους Εβραίους κατοίκους της, που ήταν και η συντριπτική πλειονότητα. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο αντιεβραϊκό τρομοκρατικό κίνημα έπαιξε ο μουφτής της Ιερουσαλήμ Hajj Amin Al Husseini, προσωπικός φίλος του μετέπειτα δικτάτορα της Γερμανίας Αδόλφου Χίτλερ. Παρά τον εκφοβισμό και τις επιθέσεις αράβων εναντίον του εβραϊκού πληθυσμού, πάλι το 1936 από τους 125.000 κατοίκους, οι 76.000 ήσαν Εβραίοι.

Το 1944 η πληθυσμιακή σύσταση είχε ως εξής: 32.039 Μουσουλμάνοι (21%), 27.849 Χριστιανοί και 92.143 Εβραίοι (60%).

Το 1948 ο πληθυσμός της πόλης ήταν 165.000: 100.000 Εβραίοι, 40.000 Μουσουλμάνοι και 25.000 Χριστιανοί. Η έκταση της πόλης ήταν περί τα 28 τετραγωνικά χιλιόμετρα). Το 1949 ο πληθυσμός της ισραηλινής όχθης (Δυτικής Ιερουσαλήμ) ήταν 69.000 από τους οποίος 28 ήσαν Μουσουλμάνοι και 931 Χριστιανοί.

Κατά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (που στην πράξη ήταν Τριών Ημερών) οι Δυνάμεις Άμυνας του Ισραήλ απελευθέρωσαν την πρωτεύουσά της. Την 28η Ιουνίου του 196 από συνολικό πληθυσμό 265.000 κατοίκων, 199.000 ήσαν Εβραίοι και 66.000 Άραβες.

Στα τέλη του 1992 ο πληθυσμός της Ιερουσαλήμ ήταν 558.000 κάτοικοι. 401.000 Εβραίοι και 157.000 Άραβες, το ποσοστό των οποίων ανέβηκε από 25% το 1967 σε 28% το 1992.

Η κατάσταση το 1995: Εβραίοι: 417.000 (70.5%) και μη Εβραίοι: 174.400 (29.5%). Το 2004: Εβραίοι 469.000 (66.4%) και μη-Εβραίοι: 237.000 (33.6%). 

Συμπεράσματα. Από τη σύντομη αναδρομή στην ιστορία της Ιερουσαλήμ μπορεί να εξαχθούν με ασφάλεια τα παρακάτω συμπεράσματα:

α. Η Ιερουσαλήμ είναι η πρωτεύουσα του εβραϊκού έθνους από τον 10ο αι. ΠΚΕ.

β. Ο πληθυσμός της Ιερουσαλήμ ήταν καθ΄ όλη τη διάρκεια της υπερτρισχιλιετούς  ιστορίας της είτε αμιγώς εβραϊκός είτε κατά συντριπτική πλειονότητα εβραϊκός (με εξαίρεση τις περιόδους των Σταυροφοριών, όπου οι κάτοικοι ήσαν σχεδόν όλοι χριστιανοί).

γ. Ουδέποτε υπήρξε πρωτεύουσα άλλου έθνους πλην του εβραϊκού.

δ. Κατά την αραβική κατάκτηση δεν είχε καμία ιδιαίτερη σημασία και ουδέποτε υπήρξε πρωτεύουσα Άραβα ηγεμόνα.

ε. Ακόμη και στη νεότερη και σύγχρονη ιστορία, όταν η Δυτική Όχθη βρισκόταν υπό Ιορδανική κατοχή για 19 χρόνια, δεν ανακηρύχθηκε η Ιερουσαλήμ πρωτεύουσα κάποιου  αραβικού (πόσο μάλλον «παλαιστινιακού») κράτους.

στ. Δεν υφίσταται ιστορικά «παλαιστινιακό έθνος» (μέχρι την ίδρυση της τρομοκρατικής οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης) με οποιαδήποτε πρωτεύουσα, πόσο μάλλον την Ιερουσαλήμ.

ζ. Οι Άραβες που κατοικούσαν στην Γη του Ισραήλ δεν έχουν ιστορική προέλευση ούτε κάποια σύνδεση με αυτή τη γη, αφού κατάγονται από γειτονικές αραβικές χώρες ή μετοίκησαν εκεί για πολιτικούς λόγους (βλ. την περίπτωση Γιάσερ Αραφάτ που γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου και «ανακάλυψε» στην πορεία για πολιτικούς λόγους ότι είναι «Παλαιστίνιος»).

Τα παραπάνω συμπεράσματα βγαίνουν αβίαστα από την γνώση της ιστορίας. Δεν επαφίεται η αλήθειά τους σε υποκειμενική κρίση. Η πραγματικότητα δεν απαιτεί την έγκρισή μας για να είναι τέτοια. 

Ερωτήματα. Μπορούν βεβαίως να τεθούν ερωτήματα του τύπου:

α. Έχει το δικαίωμα κάποιος που αισθάνεται «Παλαιστίνιος» να το διεκδικεί; (μάλιστα σε μια εποχή που εάν δηλώσεις ότι νιώθεις λ.χ. κομοδίνο, έχεις τέτοιο νομικό δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού);

β. Έχει κάποιος το δικαίωμα να διεκδικεί για το υπαρκτό ή ανύπαρκτο έθνος του την ιστορική πρωτεύουσα άλλου (πραγματικού και υπαρκτού για πάνω από τρεις χιλιετίες) έθνους;

γ. Έχει κάποιος το δικαίωμα να παραποιεί την ιστορία, να πλαστογραφεί τα γεγονότα και να προπαγανδίζει συστηματικά τα ψεύδη του;

Από ηθική πλευρά η απάντηση είναι αυτονόητη. Επαφίεται λοιπόν στους ευγενείς αναγνώστες. Από πολιτική σκοπιά όμως, στην οποία και υποτάσσεται σύμπασα η παγκόσμια κοινότητα, η απάντηση δεν είναι δεδομένη. 

Όσοι υποστηρίζουν ότι η «Ιερουσαλήμ είναι η αιώνια πρωτεύουσα των Παλαιστινίων» είτε ενστερνίζονται εσκεμμένα για ιδεολογικούς λόγους μια προπαγάνδα είτε είναι αφελείς είτε εντελώς άμοιροι παιδείας και μάλιστα ιστορικής. Δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που ο Πρόεδρο της ΠΑ Μαχμούντ Αμπάς διαστρεβλώνει -ή μάλλον αποπειράται να βιάσει- την Ιστορία. Αν κρίνει κανείς από το περιεχόμενο της διδακτορικής του διατριβής, θα διαπιστώσει ότι διαθέτει τεράστια δόση χιούμορ σε ό,τι γράφει αλλά καθόλου δόση αλήθειας.

Κλείνοντας θα ήθελα να θέσω και ένα τελευταίο και, ίσως, το πιο κρίσιμο ερώτημα: εφόσον ιστορικά δεν υπάρχει «παλαιστινιακό έθνος», νομιμοποιούνται οι «παλαιστίνιοι» Άραβες στην καταγωγή να εξεύρουν «τον εθνικό τους μύθο», εάν υποτεθεί ότι βρίσκονται σε διαδικασία εθνογένεσης; Εξάλλου όλα τα έθνη έχουν τους μύθους τους. Και ναι! Η Παλαιστινιακή Αρχή φαίνεται ότι αναζητεί εναγωνίως ένα εθνικό αφήγημα: όμως η επιλογή της να συνδέσει την Ιερουσαλήμ με αυτό το αφήγημα δεν είναι μόνο ανόητη, ατυχής και χωρίς μελλοντική προοπτική επιτυχίας αλλά εξοργιστική και γελοία. Ίσως τελικά, η συγκεκριμένη δήλωσή για την Ιερουσαλήμ να ήταν πολύ καλός τίτλος για μια παράσταση στο «Δελφινάριο».֍

* Δρ Γλωσσολογίας ΔΠΘ με εξειδίκευση στη σχέση Ελληνικών και Εβραϊκών.

** https://www.makorrishon.co.il/news/454907/

*** Τα στατιστικά στοιχεία καθώς και τα κυριότερα ιστορικά ελήφθησαν από την Encyclopaedia Judaica (2007) τομ. 11, σσ. 143-240, 2η εκδ. Jerusalem. Keter Publishin House.