Ο Αβραάμ έχει μία δουλειά που τον αναγκάζει να ταξιδεύει σε όλη τη χώρα. Πολλές φορές υπάρχουν πόλεις που δεν βρίσκει συναγωγή για να προσευχηθεί.

Σε μία τέτοια περίπτωση και με το σκεπτικό ότι ο Θεός είναι ένας, και είναι πανταχού παρών, αποφάσισε να μπει στην τοπική Καθολική Εκκλησία.

Έβαλε το καπελάκι του φόρεσε την εσάρπα της προσευχής και ξεκίνησε να προσεύχεται.

Σε λίγο φτάνει ο Παπάς για τον εσπερινό και βλέποντας τον Αβραάμ να προσεύχεται λέει: «Παρακαλούνται οι μη Καθολικοί  να εξέλθουν της εκκλησίας.» 

Ο Αβραάμ συνεχίζει απτόητος να προσεύχεται. Ο Ιερέας ξανά λέει την παράκληση του αλλά κανείς από το κοινό δεν κουνιέται.

Βλέποντας ο Παπάς ότι ο Αβραάμ δεν βγαίνει από την εκκλησία λέει:  «Παρακαλούνται όλοι οι Εβραίοι να βγουν από την εκκλησία για να ξεκινήσουμε την λειτουργία.»

Τότε ο Αβραάμ βγάζει το καπελάκι του διπλώνει την εσάρπα  και πάει προς τον άμβωνα.

Πέρνει αγκαλιά το άγαλμα του μικρού Ιησού και φεύγοντας λέει:

«Πάμε να φύγουμε παιδί μου, δεν μας θέλουν εδώ.»

Σχόλιο Ζαν Κοέν: Στην συναγωγή των Χανίων που κάηκε δύο φορές πέρσι την Παρασκευή, ο τοπικός διευθυντής της Συναγωγής επιτρέπει και  προσεύχονται οι Μουσουλμάνοι την Παρασκευή, το Σάββατο οι Εβραίοι και την Κυριακή οι Χριστιανοί, με το σκεπτικό ότι ο Θεός είναι ένας