Το 1936, ένας οδοντίατρος, ο Morris Rabinowitz, διέφυγε από την πατρίδα του τη Γερμανία.

 

Πούλησε τα περιουσιακά του στοιχεία και με τα χρήματά που πήρε έφτιαξε πέντε μασέλες από  ατόφιο χρυσάφι, αρκετά πάνω από το όριο που μπορούσε να φέρει στις ΗΠΑ.

 

Όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη, ο τελωνειακός υπάλληλος τον ρώτησε με απορία για ποιο λόγο χρειάζεται κάποιος πέντε χρυσές μασέλες.

 

Οπότε ο Morris του εξήγησε. "Οι Εβραίοι που τηρούν τους διατροφικούς κανόνες kosher έχουν ξεχωριστό σερβίτσιο για το κρέας και ξεχωριστό για τα γαλακτοκομικά  προϊόντα αλλά εγώ είμαι τόσο θρησκευόμενος που έχω και δύο διαφορετικές μασέλες".

 

Ο τελωνειακός υπάλληλος κούνησε το κεφάλι του και είπε, "Ωραία, αυτό δικαιολογεί τις δύο μασέλες. Τί γίνεται με τις άλλες τρεις;"

 

Ο Morris απάντησε: "Οι πολύ θρησκευόμενοι Εβραίοι χρησιμοποιούν ξεχωριστά σερβίτσια και για το Πάσχα, αλλά εγώ είμαι τόσο Ορθόδοξος που έχω άλλη μασέλα για το Πασχαλινό κρέας και άλλη για τα Πασχαλινά γαλακτοκομικά".

 

Ο τελωνειακός υπάλληλος κούνησε το κεφάλι του και είπε: "Πρέπει να είστε ένας άνθρωπος με πολύ μεγάλη πίστη για να έχετε ξεχωριστή μασέλα για το κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα καθώς και για το Πάσχα. Αυτό δικαιολογεί τέσσερις μασέλες. Τί γίνεται με την πέμπτη;"

 

Ο Morris κοίταξε γύρω του και είπε σιγά. "Για να σου πω την αλήθεια", είπε, "μια φορά στο τόσο μου αρέσει να τρώω ένα χοιρινό σάντουιτς".